Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Μαρία Παπαγιάννη, Παπούτσια με φτερά



Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2016





Η Ρόζα: Ένα κορίτσι ορφανό από μητέρα, με ένα πρόβλημα υγείας που χρήζει άμεσης ιατρικής αντιμετώπισης κι έναν βιοπαλαιστή πατέρα που, στην προσπάθειά του να τα φέρει βόλτα, μετακομίζει με την κόρη του σε μια άγνωστη γειτονιά, όπου η μικρή, παρέα με ένα αηδόνι κι ένα τσούρμο γάτες, παλεύει να προσαρμοστεί στο νέο, ανοίκειο, απειλητικό και συχνά ακατανόητο περιβάλλον. Μοναδική απόδραση του ψαρά μπαμπά από τη σκληρή πραγματικότητα τα ποιήματα κι οι ιστορίες που χαρίζει αφειδώς στην κόρη του – καμιά φορά και το ποτό. Όσο για τη μικρή, η εξερεύνηση του νέου κόσμου στον οποίο καλείται να βρει θέση και ρόλο τής γνωρίζει πολλές, αντιφατικές πλευρές της ζωής -τη βία, τον ρατσισμό, τον κοινωνικό αποκλεισμό, αλλά και την πίστη σε αξίες, την ιστορική μνήμη, την επιλογή εναλλακτικών τρόπων ζωής-, πυροδοτώντας αντικρουόμενα και συχνά παράλογα συναισθήματα, υποδαυλιζόμενα από την ανασφάλεια που της γεννά η κατάσταση της υγείας της αλλά και η απουσία της μητέρας της. Καλό και κακό συμφύρονται, οι προθέσεις των ανθρώπων διαβάζονται με τρόπο αμήχανο, φοβικό και κάποτε εσφαλμένο, φίλοι και εχθροί μπλέκονται σε ένα αγωνιώδες παιχνίδι συναισθηματικών μεταπτώσεων και ανασφαλειών.

Ένας στίχος γίνεται η αφορμή για να βρει η Ρόζα ένα παραθυράκι που θα την οδηγήσει σε έναν άλλο, φανταστικό κόσμο, στην πολιτεία του βυθού, όπου θα κληθεί να αγωνιστεί για να μη χαθούν οι γλώσσες που πεθαίνουν και μαζί τα όνειρα και οι ιστορίες που αυτές κουβαλούν. Η σκληρή πάλη ενάντια στους Γλωσσοκτόνους, γεμάτη ανατροπές κι απώλειες, θα αποτελέσει τελικά τον μίτο που θα βοηθήσει τη Ρόζα να ψηλαφήσει με διαφορετικό τρόπο τον άλλο κόσμο, τον πραγματικό, ξαναγυρνώντας σ’ αυτόν πιο δυνατή, πιο συνειδητοποιημένη, πιο ώριμη και αυτάρκης. Έτοιμη να αντιμετωπίσει τους κινδύνους του, να δει με άλλο μάτι ό,τι πριν της φάνταζε παράταιρο και τρομακτικό, να διακρίνει την ομορφιά και τη χαραμάδα της αισιοδοξίας πίσω από τη σκόνη και τη θαμπάδα της αδικίας, της κοινωνικής περιθωριοποίησης, της μοναξιάς. 

Τα Παπούτσια με φτερά της Μαρίας Παπαγιάννη είναι ένα μυθιστόρημα που σε κανένα σημείο του δεν προδίδει τα βασικά χαρακτηριστικά του είδους: Η συγγραφέας χτίζει κόσμους ολοκληρωμένους και συμπαγείς, πλάθει στρογγυλούς χαρακτήρες από σάρκα και αίμα, που δε σου χαρίζονται με το καλημέρα αλλά σου αποκαλύπτονται σταδιακά, και συνθέτει μια πολύπλευρη πραγματικότητα γεφυρώνοντας ρεαλιστικό και φανταστικό. Προσφέροντας στον αναγνώστη της ένα έργο που στις φλέβες του τρέχει ατόφιος, καθαρός ποιητικός λόγος, και μάλιστα ως ενιαίο, διαχρονικό σώμα. Χαράζοντας έναν χάρτη που απλώνεται σε όλα τα χωροχρονικά μήκη και τα πλάτη της λογοτεχνίας. Από το έπος του Γιλγαμές ως τον Μπρεχτ κι από τον Μπόρχες ως τον Άλκη Αλκαίο, η μεγάλη λογοτεχνία είναι εκείνη που δίνει τον τόνο στα κεφάλαια, προσφέρει το έναυσμα για δράση, καθορίζει αλλά και καθορίζεται από την πλοκή. Μια αρμαθιά από σκόρπιους στίχους και φράσεις σε συνεχή, αδιάλειπτη κι αμφίδρομη σχέση με τις πράξεις των χαρακτήρων, τα γεγονότα και τον περιβάλλοντα κόσμο τους.

Η γοητευτική αυτή ισορροπία του κειμένου πάνω στις γραμμές που χαράζουν οι λέξεις των μεγάλων λογοτεχνών, εκτός από μία ακόμα ένδειξη της συνθετικής ικανότητας της συγγραφέα, που κάθε άλλο παρά παρορμητικά και σπασμωδικά έχει δομήσει το υλικό της, της επιτρέπει να κινηθεί απελευθερωμένη από λογικούς φραγμούς στους δυο παράλληλους κόσμους που χτίζει, σε ένα διττό μυθιστορηματικό σύμπαν που δεν προτείνει μια ασφαλή και βολική απόδραση από την πραγματικότητα αλλά χαρίζει στην ηρωίδα την αυτογνωσία και την αυτοπεποίθηση που έχει ανάγκη για να βρει τη θέση της στον αληθινό κόσμο. 

Αναρωτιόμουν προ ημερών τι γυρεύουμε διαβάζοντας λογοτεχνία. Κατέληξα ότι αυτό που αναζητάμε είναι κάποιου είδους δικαιοσύνη. Τη δικαιοσύνη της ομορφιάς. Τη δικαιοσύνη της αλήθειας. Αυτή τη δικαιοσύνη υπερασπίζονται με σθένος και τα Παπούτσια με φτερά. Με την ποιητική ματιά να συνιστά μέσον όχι φυγής, αλλά μιας εκ νέου, ίσως διαφορετικής βόλτας και γνωριμίας με τον κόσμο. Τον τρόπο να τον επαναπροσδιορίσεις και να τον μεταμορφώσεις. Μια δύναμη αλλαγής κι ελπίδας. Μια δύναμη τελικά αλήθειας, ουσίας κι ανθρωπιάς.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Μεγαλώνω τη γιαγιά μου



Ζωγραφική: Κάτια Βαρβάκη, Παιδική Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2016





Οι ιστορίες μας – αυτές που αγαπάμε να διαβάζουμε κι εκείνες που γράφουμε: Μια τεράστια δεξαμενή από σκέψεις και αισθήματα, επιθυμίες και όνειρα. Ο τρόπος μας να βλέπουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει και μέσα σ’ αυτόν να χτίζουμε τον δικό μας. Το μέσον που έχουμε για να επικοινωνούμε με τους άλλους, να μοιραζόμαστε μαζί τους ιδέες, αγωνίες, αγάπες, προσδοκίες. Διαμορφώνοντας σχέσεις αναγνωστικής συγγένειας, «εξ αίματος», αν θέλετε, συγγένειας – με το «αίμα» να είναι η κοινή γραμμή γνώσεων και ιδεών που συνδέει γενιές με γενιές. Το κοινό τους έρμα, η κοινή τους μνήμη.

Πάνω σε ιστορίες σαν κι αυτές που περιγράφω χτίζεται η σχέση που αναπτύσσει ο μικρός αφηγητής του βιβλίου του Βαγγέλη Ηλιόπουλου με τη γιαγιά του. Αυτή τον φροντίζει και τον μεγαλώνει προσφέροντάς του τον πλούτο των διαβασμάτων της, φτιάχνοντας κόσμους ολόκληρους και χτίζοντας όνειρα μαζί του. Κι όταν μια μέρα η γιαγιά αρρωσταίνει, η σχέση τους αντιστρέφεται. Ο εγγονός είναι εκείνος που τη φροντίζει, που της διαβάζει ιστορίες, που παλεύει να φωτίσει την κλονισμένη μνήμη της με τα βιβλία που εκείνη αγαπά αλλά και με τα δικά του αγαπημένα, που αναζητά συναισθηματικό στήριγμα και για τους δυο τους σε θραύσματα ιστοριών και σε όνειρα, από ιστορίες κι αυτά φτιαγμένα, που εκείνη μια εποχή έπλαθε γι’ αυτόν.

Σε αυτό το απλό και βαθιά τρυφερό κείμενο, ο συγγραφέας σκόπιμα εστιάζει στη σχέση γιαγιάς και εγγονού, αφήνοντας εντελώς απέξω τον υπόλοιπο κόσμο. Γονείς, συγγενείς, φίλους, νοσοκόμες, γιατρούς. Αλλά και παραμερίζοντας πρακτικά ζητήματα, εύλογα ερωτήματα, αχρείαστες λεπτομέρειες. Το ρήμα «φροντίζω» εξάλλου δεν έχει να κάνει εδώ μέσα με πρακτικά, χρηστικά ζητήματα, αλλά αποκλειστικά με τη στοργή, την υπομονή, την κατανόηση. Την αφοσίωση στο πνεύμα του άλλου ακόμα κι όταν εκείνο αρχίζει να τον εγκαταλείπει. Έχοντας ωστόσο μεταλαμπαδευτεί και γιγαντωθεί μέσα στον νου και στην καρδιά ενός νεότερού του ανθρώπου. Της συνέχειάς του.

Η Κάτια Βαρβάκη ζωγραφίζει κόσμους. Τη ζωή, άλλοτε αληθινή, άλλοτε μυθοπλασιακή, μες στην οποία πορεύονται εγγονός και γιαγιά. Εκείνη που τους κλείνει το μάτι στα πάρκα, στους δρόμους της πόλης, στην ησυχία του σπιτιού. Αλλά και την άλλη, που ξεχύνεται ορμητική μέσ’ απ’ τα βιβλία, άλλοτε λουλουδένια κι άλλοτε με τη μορφή μιας βροχής από γράμματα, για να ομορφύνει, να μεταμορφώσει, να μπολιάσει, να ορίσει, να πάει παρακάτω την πραγματική ζωή.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Βησσαρία Ζορμπά-Ραμμοπούλου, Το καλοκαίρι των Αβάρων



Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2016




Αυτό που με συνάρπαζε πάντα στη βυζαντινή και γενικότερα στη μεσαιωνική ιστορία ήταν οι αμέτρητες μετακινήσεις πληθυσμών, το διαρκές ανακάτεμα των λαών, οι αιφνίδιες εμφανίσεις άγνωστων φύλων που, αφού σκορπούσαν για ένα διάστημα τον πανικό και τον όλεθρο, φυλλορροούσαν κατόπιν εδώ κι εκεί κι εντέλει χάνονταν μες στο τεράστιο χωνευτήρι της μεσαιωνικής Ευρώπης. 

Ένας τέτοιος λαός ήταν οι Άβαροι, που τον 7ο μ.Χ. αιώνα, συμμαχώντας με τους Πέρσες, αποτέλεσαν σοβαρή απειλή όχι για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία γενικά κι αόριστα, αλλά για την ίδια την πρωτεύουσά της, την Κωνσταντινούπολη, την οποία πολιόρκησαν εκμεταλλευόμενοι την απουσία του αυτοκράτορα Ηράκλειου. Με τα γεγονότα εκείνου του καλοκαιριού του 626 καταπιάνεται το ιστορικό μυθιστόρημα της Βησσαρίας Ζορμπά-Ραμμοπούλου Το καλοκαίρι των Αβάρων

Μέσα από την ιστορία τριών ορφανών αδελφών που καταφεύγουν πρόσφυγες στη Βασιλεύουσα, η συγγραφέας σκιαγραφεί την εποχή και το κλίμα της, ισορροπώντας εξαιρετικά ανάμεσα στο ιστορικό πλαίσιο, το οποίο αποδίδει με πειστικότητα χάρη στην πραγματολογική και ιστορική εγκυρότητα των πληροφοριών της αλλά και μέσα από την εκτεταμένη χρήση γλωσσικών στοιχείων της εποχής, και στο καθαρά μυθοπλασιακό κομμάτι, που αφορά ένα μεγάλο μυστήριο το οποίο καλούνται να λύσουν τα τρία παιδιά – τη σκοτεινή ιστορία μιας μικρής αλλόγλωσσης λαθρεπιβάτισσας, της Λενόρ. Οι δυο γραμμές, αυτή της ιστορίας κι εκείνη της μυθοπλασίας, διαπλέκονται κι αλληλοδιασταυρώνονται από την αρχή ως το τέλος με τρόπο ιδιαίτερα δουλεμένο, διατηρώντας αμείωτη την αγωνία και παράγοντας ένα ενδιαφέρον αφηγηματικά αποτέλεσμα.

Παρά το ότι μάλιστα πολλά έχουν αλλάξει από τον 7ο αιώνα ως τις μέρες μας σε σχέση με τι νοείται παιδική ηλικία, το γεγονός ότι οι ήρωες του βιβλίου της Ζορμπά-Ραμμοπούλου έχουν από τόσο πρώιμη ηλικία βρεθεί να αναλαμβάνουν τις τύχες της ζωής τους, να προστατεύουν μικρότερα αδέρφια, ακόμα και να πολεμούν, εύλογα θα οδηγήσει τους νεαρούς αναγνώστες σε συνειρμούς αναφορικά με τα σημερινά παιδιά πρόσφυγες, θύματα πολέμου ή και στρατιώτες. Κι από την άποψη αυτή, το Καλοκαίρι των Αβάρων ξεπερνά το αυστηρά ιστορικό του πλαίσιο θίγοντας ζητήματα διαχρονικά και πανανθρώπινα. Κάτι στο οποίο συμβάλλει και η νηφάλια, ψύχραιμη, κάθε άλλο παρά ασφυκτικά εθνοκεντρική προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων από τη συγγραφέα.

Στα υπέρ του βιβλίου να αναφέρω και το απογειωτικό εξώφυλλο της Λέλας Στρούτση, που αιχμαλωτίζει εξαρχής στο βλέμμα και περίπου επιβάλλει στον αναγνώστη να πιάσει το βιβλίο στα χέρια του.