Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Άντρη Αντωνίου, Το καλοκαίρι που μεγάλωσα



 Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2017




Η Άννα ζει με τους γονείς της σε μια μονοκατοικία στο προάστιο κάποιας πόλης. Η φαινομενικά συνηθισμένη ζωή τους σημαδεύεται ανεξίτηλα από τις εκρήξεις οργής του πατέρα της, που όχι σπάνια οδηγούν σε βιαιοπραγίες σε βάρος της μητέρας της αλλά, από κάποιο σημείο και μετά, και της ίδιας. Μέσα από μια σειρά καταιγιστικών γεγονότων που διαδραματίζονται στη διάρκεια ενός περίεργου καλοκαιριού, η έφηβη ηρωίδα και αφηγήτρια της ιστορίας βιώνει, συνειδητοποιεί, αγωνιά, αντιδρά, παλινδρομεί, παλεύει να απελευθερωθεί και να απελευθερώσει. Με δυο λόγια, ενηλικιώνεται.

Η ιστορία εξαρχής μάς αποκαλύπτει το σκληρό πρόσωπό της. Ούτε υπονοούμενα ούτε μισόλογα. Ο φόβος του κοριτσιού μην κάτι, οτιδήποτε, μικρό, καθημερινό, ασήμαντο, στραβώσει κι εξοργίσει τον πατέρα ποτίζει κάθε αράδα του βιβλίου, δοσμένος μέσα από έναν κοφτό, πνιχτό ρυθμό, που, σε συνδυασμό με τον χωρισμό του κειμένου σε πολλά σύντομα κεφάλαια, παρασύρει και ταυτόχρονα εγκλωβίζει τον αναγνώστη, μεταγγίζοντάς του, θαρρείς, τα αισθήματα της κεντρικής ηρωίδας. Πολύ έξυπνα, η συγγραφέας κατορθώνει να ισορροπήσει ανάμεσα στη γρήγορη, κινηματογραφική εναλλαγή των γεγονότων και στη μακρά και επίπονη εσωτερική διαδρομή της ηρωίδας, χωρίς στιγμή να χάσει τον βηματισμό της αφήγησής της, να πλατειάσει ή να φλυαρήσει. Όλα -εντάσεις, βίαιες σκηνές, ανατροπές, παλινδρομήσεις, μάταιες ελπίδες και απέλπιδες προσπάθειες- μοιάζουν μετρημένα με ακρίβεια. Κι όλα αποπνέουν φόβο, αγωνία, ανάγκη για απόδραση από τη βίαιη, αυταρχική σκιά του πατέρα.

Ενός πατέρα που, σε αντίθεση με τη μαμά της ηρωίδας ή τον μπαμπά της κολλητής της φίλης, παραμένει από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή «πατέρας». Πατριάρχης, αφέντης, ο κυρίαρχος του σπιτιού. Αυτός που μάνα και κόρη τού χρωστούν αιώνια ευγνωμοσύνη χωρίς να τους επιτρέπεται ίχνος πρωτοβουλίας. Η μαμά, από την άλλη, παρά τις περιστασιακές απόπειρές της για διαφυγή, παραμένει τελικά περιορισμένη στο σπίτι, ανίσχυρη και διχασμένη ανάμεσα στην αγάπη της για κείνον και στον τρόμο της για τη ζωή τη δική της και του παιδιού της. Όσο για την Άννα, αυτή είναι όπως κάθε έφηβη, επαναστάτρια, ερωτευμένη, θυμωμένη, αλλά και με τη διαρκή σκιά του φόβου να ακολουθεί κάθε της βήμα, κάθε της σκέψη, κάθε της στιγμή. Γύρω από αυτά τα πρόσωπα κινείται ένα πλήθος άλλων: γείτονες, συγγενείς, συμμαθητές. Ο χορός, θα λέγαμε, της τραγωδίας. Που βλέπει ή υποψιάζεται αλλά δεν τολμά, ή που εθελοτυφλεί και σωπαίνει. Η μικρογραφία της ελληνικής, και μάλλον όχι μόνο, κοινωνίας.

Η Άντρη Αντωνίου πάντως, σε ό,τι έχει να κάνει με τη διαχείριση των χαρακτήρων, δεν πέφτει στην παγίδα της σχηματικότητας. Πέρα από την αφηγήτρια, που, όπως δηλώνει κι ο τίτλος, μεγαλώνει, ωριμάζει, εξελίσσεται, στη διάρκεια αυτού του δύσκολου καλοκαιριού, ξεχωριστό ενδιαφέρον εμφανίζει ο πατέρας, ο οποίος, παρότι δεν κατορθώνει ποτέ να υπερβεί τον βίαιο χαρακτήρα του, παρότι εγκλωβισμένος στους δικούς του δαίμονες, δεν είναι λίγες οι φορές που, από τύψεις ή ιδιοτέλεια, μας εκπλήσσει με τις μεταστροφές και μεταπτώσεις του, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην εξέλιξη, στην κλιμάκωση και, τελικά, στη λύση της πλοκής. Αλλά ούτε και οι όποιες νύξεις στις ρίζες της βίαιης συμπεριφοράς του αποσκοπούν στο να δώσουν ταχύρρυθμα σεμινάρια ψυχολογίας ή να λειτουργήσουν αθωωτικά αμβλύνοντας εντυπώσεις, όσο κι αν στιγμιαία φωτίζουν κάποιες αθέατες πτυχές της προσωπικότητάς του.

Το Καλοκαίρι που μεγάλωσα εξάλλου διόλου δε διατρέχεται από την επιθυμία για εύκολες και εύπεπτες λύσεις. Είναι ένα χρονικό ενδοοικογενειακής βίας που μοιάζει να μη σταματάει ποτέ και πουθενά, που δε σε αφήνει να το αφήσεις ως το τέλος. Και που κατορθώνει μέσα σε 119 σελίδες να χωρέσει εντάσεις, συναισθήματα και καταστάσεις που σε αφήνουν με την επίγευση ενός χορταστικού, πολυσέλιδου και, πάνω απ’ όλα, συγκλονιστικού μυθιστορήματος.


Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

David Litchfield, Ο Αρκούδος και το Πιάνο



Μικρή Σελήνη, Αθήνα 2017




Τα δάση είναι τόποι θαυμάτων. Μικρών και μεγάλων. Σαν κι αυτό που συντελείται όταν το αρκουδάκι που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο για το οποίο γράφω σήμερα συναντιέται καταμεσής του δάσους με ένα αλλόκοτο αντικείμενο: ένα πιάνο. Μαγεμένο από τον ήχο του, αρχίζει να το περιεργάζεται και, μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο, να ανακαλύπτει τα μυστικά του και να ξεδιπλώνει το ταλέντο του. Αυτό το ταλέντο που, αφού κάνει τον μεγάλο πια αρκούδο διάσημο στο δάσος, θα τον οδηγήσει στη μεγάλη πόλη, όπου θα ανακαλύψει καινούριες μουσικές, καινούριες εικόνες και έναν άλλο κόσμο. Και θα γίνει ακόμα πιο διάσημος. Ως την ημέρα που η νοσταλγία θα τον ξαναφέρει στο δάσος, με την καρδιά γεμάτη λαχτάρα κι αγωνία: Άραγε οι φίλοι του θα τον θυμούνται ακόμα; Ή μήπως θα έχουν θυμώσει μαζί του και δε θα θέλουν να τον ξαναδούν;  

Ένα εικονογραφημένο βιβλίο του David Litchfiled που απλώς λάτρεψα για τα πάντα: Για την αβίαστη αφήγησή του που με απλότητα περιγράφει τη συγκλονιστική συνάντηση του μικρού, ανυποψίαστου παιδιού με το κρυφό του ταλέντο, αυτό που αποκαλύπτεται στα πιο αναπάντεχα μέρη, στις πιο απίθανες στιγμές, φτιάχνοντας μες στο μυαλό του νέου ανθρώπου κόσμους, γεννώντας του επιθυμίες για ταξίδια και μια ακατανίκητη ανάγκη να ακολουθήσει τα όνειρά του. Για την τρυφερότητα με την οποία περιγράφει τη νοσταλγία του αρκούδου για τον τόπο του όταν πια γίνεται διάσημος, αλλά και τη συνάντησή του με τους παλιούς του φίλους, χωρίς απατηλά και διχαστικά ψευτοδιλήμματα του τύπου «φιλία ή δόξα», «πατρίδα ή ξενιτιά». Οι φίλοι οι αληθινοί, λέει ο Litchfield, θα είναι πάντα εκεί να μας περιμένουν, θα χαίρονται με τη χαρά μας, θα γιορτάζουν την επιτυχία μας. Δε θα σταθούν εμπόδιο αλλά αθόρυβοι αρωγοί στα όνειρά μας. Τι πιο απενοχοποιητικό, τι πιο αισιόδοξο κι ελπιδοφόρο θα μπορούσε να πει κανείς για να δώσει φτερά σε ένα παιδί;

Κι όλα αυτά δοσμένα μέσα από υπέροχες εικόνες με έντονο το στοιχείο του βάθους, όπου η μυστηριακή μαγεία του δάσους εναλλάσσεται με τα λαμπερά φώτα και τις πολυάνθρωπες σκηνές της μεγάλης πόλης, εκεί που η ζωή του διάσημου αρκούδου αποκτά κινηματογραφικές διαστάσεις. Στα δυο τελευταία σαλόνια ειδικά, το δάσος, ντυμένο με λάμψεις φωτός, μετατρέπεται σε ένα αέναο σκηνικό θαυμάτων, έναν τόπο συνάντησης της παλιάς και της νέας ζωής του αρκούδου, υπό τη στοργική σκέπη του εκκωφαντικού ταλέντου και της βαθιάς, αληθινής φιλίας.

Ένα υπέροχο εικονογραφημένο βιβλίο από τη Μικρή Σελήνη, έναν εκδοτικό οίκο που, σε δύσκολους καιρούς, μας εντυπωσιάζει με τις προσεγμένες και πλήρεις ουσίας επιλογές του.   

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Γιώργος Παναγιωτάκης, Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων, Βιβλίο 1, Το μυστικό καταφύγιο

Εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2017






Πάντα όταν διαβάζω το πρώτο από μια σειρά βιβλίων σκέφτομαι πόσο ιδιαίτερη διαδικασία πρέπει να συνιστά η συγγραφή του: Πώς άραγε θα μπορέσει ο συγγραφέας να συστήσει τους χαρακτήρες του στο κοινό του, να στήσει πειστικά το σκηνικό του, χωρίς παράλληλα να χάσει το τρένο της δράσης; Ο Γιώργος Παναγιωτάκης, στο πρώτο βιβλίο της σειράς Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες κατορθώνει να αποφύγει αυτό τον σκόπελο, καθώς χαρακτήρες και πλοκή συναντιούνται μέσα από ένα δυναμικό ξεκίνημα καταιγιστικής δράσης, που μάλιστα κατορθώνει να αιχμαλωτίσει διπλά το ενδιαφέρον μας: από τη μια κάνοντάς μας να θέλουμε να μάθουμε τι θα γίνει στη συνέχεια, από την άλλη χτίζοντας βήμα βήμα τις προσωπικότητες των κεντρικών ηρώων, δίνοντάς μας στοιχεία για το παρελθόν τους και συστήνοντάς μας με τον χώρο της δράσης.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τις περιπέτειες μιας ομάδας παιδιών με παράδοξες –και άσχετες μεταξύ τους– ιδιότητες, που στέλνονται σε ένα πολύ ιδιαίτερο σχολείο το οποίο θα τα βοηθήσει να τις καλλιεργήσουν σε ένα περιβάλλον αποδοχής και αρμονικής συνύπαρξης. Τόσο η μετάβασή τους σε αυτό το μέρος όσο και η διαμονή τους εκεί θα σημαδευτούν από περιπέτειες και νέες προκλήσεις, βοηθώντας τα να γνωριστούν καλύτερα τόσο με τον κόσμο που τα περιβάλλει όσο και με τον εαυτό τους.

Ο συγγραφέας, ενσωματώνοντας το παράδοξο με τον πλέον φυσιολογικό τρόπο σε ένα αρχικά ρεαλιστικό πλαίσιο, παλαντζάρει με άνεση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, εμβαθύνοντας σταδιακά στη δεύτερη, με τη χρήση μιας σειράς από ενδιαφέροντα υλικά: με έναν τίτλο που εύλογα ανακαλεί τη Λέσχη Αλλόκοτων Επαγγελμάτων του Τσέστερτον, ονόματα προσώπων και τοπωνύμια ποικίλης προέλευσης –να σημειώσω ότι, όπως και στην Αλάστρα, η Περσική Αυτοκρατορία έχει την τιμητική της με τον Δαρείο Μεγάβαζο, αν και την παράσταση κλέβει η εκρηκτική Μήδεια Κρακατόα– και με τις παράδοξες ιδιότητες των χαρακτήρων του, που, πέρα από το ότι συνιστούν ειδοποιά στοιχεία τους, συμβάλλουν στην εξέλιξη αλλά και στη λύση της πλοκής. 

Μια Αλάστρα, λοιπόν, θα έλεγε κανείς, με κάτι από Αταξίες στην τάξη; Οπωσδήποτε όχι. Η Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων έχει τη δική της, ξεχωριστή υπόσταση. Αν στην Αλάστρα πραγματικό και φανταστικό συνιστούν δυο διακριτούς κόσμους, εδώ συμφύρονται, τη στιγμή που η περιπέτεια –όχι μόνο σε επίπεδο δράσης, αλλά και εσωτερική, υπαρξιακή– αντικαθιστά τη χιουμοριστική ελαφράδα των Αταξιών. Κι επιπλέον: Μπορεί να είμαστε ακόμα στο πρώτο βιβλίο, ωστόσο, πέρα από τις συστάσεις και τον πρώτο γύρο δράσης, διάσπαρτα στο κείμενο ένα σωρό ερωτήματα, λειψά προσωπικά στοιχεία, πληγές έτοιμες να κακοφορμίσουν, σκοτεινές σκιές του παρελθόντος γυρεύουν απαντήσεις - να άλλη μια βασική διαφορά με τις Αταξίες, εδώ οι γραμμές των ιστοριών μοιάζουν να έχουν συνέχεια. Αναπόφευκτα, επιβάλλεται όταν γράφει κανείς το πρώτο βιβλίο μιας τέτοιου είδους σειράς να έχει και λίγο στο μυαλό του το δεύτερο. Περιμένουμε εναγωνίως.

ΥΓ.: Ατμοσφαιρικό εξώφυλλο, διακριτικές αλλά εντός κλίματος οι βινιέτες της Μυρτώς Δεληβοριά, που εμπλουτίζει με τα σκίτσα της τη μαθητική έκθεση που γεφυρώνει ευρηματικά τα δυο σκέλη της πλοκής στη μέση περίπου του βιβλίου.       



Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Κάθριν Άπλγκεϊτ, Ο φίλος μου ο Κρένσο

Μετάφραση: Σέβυ Σπυριδογιαννάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2016

 

 

Ο Τζάκσον, ένα αγόρι που πρόκειται να πάει Πέμπτη Δημοτικού, περνάει δύσκολες στιγμές: ο άνεργος μουσικός μπαμπάς πάσχει από χρόνια ασθένεια, ενώ η μαμά, απολυμένη καθηγήτρια, παλεύει από δω κι από κει για τα προς το ζην. Τα χρήματά τους ωστόσο δε φτάνουν όχι μόνο για το ενοίκιο, αλλά ούτε καν για το φαγητό τους. Και δε θα είναι η πρώτη φορά που ο Τζάκσον, η αδελφή του κι ο σκύλος τους ίσως χρειαστεί να μείνουν στο μίνι βαν της οικογένειας. Καθώς ο Τζάκσον θυμάται την προηγούμενη εμπειρία τους ως περιπλανώμενων αστέγων στο αυτοκίνητό τους, τρία χρόνια πριν, ανακαλεί και την πρώτη γνωριμία του με τον Κρένσο. Έναν τεράστιο γάτο. Που όμως δεν είναι άλλο από ένας φανταστικός φίλος. Όταν η οικογένεια ξαναβρίσκει στέγη, ο γάτος χάνεται για ένα διάστημα. Και θα ξανακάνει την εμφάνισή του όταν η πείνα και το φάσμα της έξωσης θα ξαναχτυπήσουν την πόρτα τους.

Μέσα από την ολοζώντανη αφήγηση του αγοριού πρωταγωνιστή της ιστορίας της, η βραβευμένη με Newbery Medal Κάθριν Άπλγκεϊτ περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες προσπαθούν να επιβιώσουν πολλές αμερικανικές και όχι μόνο οικογένειες. Το μενού περιλαμβάνει τα πάντα: μια οικογένεια που κοιμάται στοιβαγμένη σε ένα αυτοκίνητο, βιβλιοθήκες που λειτουργούν ως χώροι ανάπαυσης και στοιχειώδους προσωπικής φροντίδας, πεινασμένα παιδιά σε διαδρόμους σούπερ μάρκετ να κοιτούν με λαχτάρα τους προνομιούχους συμμαθητές τους ή να παίζουν «μπολ κορν φλέικς» προσποιούμενα ότι έχουν φαγητό, χειρονομίες ελεημοσύνης από αγνώστους, σταδιακό ξεπούλημα κάθε περιουσιακού στοιχείου από τους γονείς.

Κι όμως, αν κάτι δεν αισθάνεται ο αναγνώστης, αιχμαλωτισμένος από τη λιτή, συγκρατημένα απελπισμένη κι ωστόσο σε κάποια σημεία υποδόρια χιουμοριστική αφήγηση του αγοριού, αυτό είναι οίκτος ή συμπόνια. Δε σου το επιτρέπει η ματιά του Τζάκσον, ένα κράμα παιδικότητας και πρώιμης ωριμότητας, φροντίδας για τους άλλους και μοναχικότητας, στωικότητας και ελεγχόμενης απελπισίας. Δεν είναι λίγα αυτά που τον βασανίζουν: πέρα από τη διαρκή πείνα και τον κίνδυνο απώλειας στέγης, είναι και ο φόβος ότι ένας ενδεχόμενος νέος γύρος περιπλανήσεων θα του στερήσει την καλύτερή του φίλη και το σχολείο που πηγαίνει. Αλλά και το ότι αδυνατεί συναισθηματικά να διαχειριστεί, αυτός, ένας άνθρωπος των δεδομένων, την ύπαρξη του Κρένσο, του παράξενου φανταστικού φίλου, που μάλιστα επανεμφανίζεται στο αγόρι σε μια ηλικία που τα παιδιά δεν έχουν πια φανταστικούς φίλους. Πάνω απ’ όλα, τον απασχολεί η αδυναμία του να καταπνίξει μέσα από εκλογικευτικές και εξωραϊστικές σκέψεις τον θυμό του για την κατάστασή του και για το ότι οι ίδιοι του οι γονείς επιμένουν να υποβαθμίζουν τα προβλήματά τους μέσα από επιδερμικά χιουμοριστικές προσεγγίσεις. Καθώς η απόγνωσή του, μυστική, άγνωστη στον περίγυρό του, όπως κι η κατάσταση της οικογένειάς του, φουντώνει μέσα του, οδηγώντας τον σε πράξεις απελπισίας που πυροδοτούν κύματα τύψεων και πανικού, ο Κρένσο, αφανής σε μεγάλο βαθμό στην ιστορία, είναι εκείνος που θα του δώσει τη λύση, έτσι ώστε να βγάλει από μέσα του ό,τι τον πονάει. Μια ψυχολογική λύση που θα συνδυαστεί με μια ανακουφιστική, αν και πρόσκαιρη εύρεση νέας στέγης, που θα αποτρέψει για την ώρα τα χειρότερα, σε ένα ανοιχτό τέλος που καθιστά πιθανά όλα τα ενδεχόμενα για την οικογένεια του παιδιού.

Ίσως είναι αυτή η αβεβαιότητα για το μέλλον, σε συνδυασμό με μια αδρή, αφοπλιστικά ρεαλιστική αφήγηση που σου κόβει την ανάσα και μαζί σε παρασύρει, φέρνοντάς σε πρόσωπο με πρόσωπο με τις συνθήκες ανέχειας και αβεβαιότητας τις οποίες βιώνει ο αφηγητής, που καθιστά τόσο δύσκολο τον αποχωρισμό σου από αυτόν. Τον αφήνεις μ’ ένα κράμα τρυφερότητας και θαυμασμού, με την ελπίδα ότι κάπου, κάποτε θα τον συναντήσεις, σ’ ένα μέλλον πιο φωτεινό για κείνον. Ίσως και με την πίστη ότι δεν μπορεί να αξίζει σε αυτό το στοργικό, φιλοσοφημένο και τόσο ζυμωμένο μέσα στις δυσκολίες παιδί τίποτα λιγότερο από αυτό. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και από μικρούς και από μεγάλους. Όχι μονάχα γιατί θα φέρει στη σκέψη του αναγνώστη αντίστοιχες καταστάσεις που βιώνουν πολλοί άνθρωποι και στη δική μας χώρα. Αλλά κι επειδή η ανθρωπιά της συγγραφέα κι η αφηγηματική αρτιότητα του κειμένου δεν ενδίδουν στιγμή στο μελόδραμα και στον επιδερμικό, επικαιρικό διδακτισμό.