Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Axel Scheffler


Είπα να κρατήσω για το τέλος της χρονιάς την πιο όμορφη κατ’ εμέ στιγμή που έζησα ως μπλόγκερ μέσα στο 2014. Κι αυτή ήταν η συνάντηση με έναν σπουδαίο Ευρωπαίο εικονογράφο, τον Axel Scheffler, πριν από δυο περίπου μήνες, στο ιστορικό πατάρι του Ίκαρου.
Ο Axel Scheffler έχει γίνει ευρέως γνωστός στην Ελλάδα για δυο κυρίως εικονογραφικές δουλειές του*, τα δυο βιβλία του Γκρούφαλο της Julia Donaldson, που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη, και την πιο πρόσφατη σειρά Τικ και Τέλα, από τις Εκδόσεις Ίκαρος.
 

Γκρούφαλο



Τα δυο βιβλία της Donaldson Το Γκρούφαλο και Το μικρό Γκρούφαλο (για παιδιά ηλικίας άνω των 4 ετών), που κυκλοφόρησαν στη Βρετανία πριν από δεκαπέντε και δέκα χρόνια αντίστοιχα  (και στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Φίλιππου Μανδηλαρά), έχουν σημειώσει τεράστια εκδοτική επιτυχία και με τρόπο ευρηματικό πραγματεύονται την ιστορία ενός μικρού ποντικιού που κατορθώνει να επιβιώσει σε ένα δάσος γεμάτο εχθρικά πλάσματα επισείοντάς τους την απειλή της εμφάνισης ενός φανταστικού τρομακτικού πλάσματος ονόματι Γκρούφαλο. Τι θα γίνει όμως όταν το Γκρούφαλο εμφανιστεί με σάρκα και οστά μπροστά στο μικρό ποντίκι; Τι κόλπο θα επινοήσει αυτό το τελευταίο για να επιβιώσει και τούτη τη φορά; Και πώς το μικροσκοπικό τρωκτικό θα αντιμετωπίσει το μικρό Γκρούφαλο, στο δεύτερο βιβλίο της σειράς, όταν εκείνο με εξερευνητική και περιπετειώδη διάθεση θα βγει μια νύχτα του χειμώνα στο παγωμένο δάσος αναζητώντας τον φοβερό και τρομερό ποντικό που του περιγράφει στις ιστορίες του ο μπαμπάς του;
 
 
Το δάσος του Σέφλερ, είτε ανοιξιάτικο είτε παγωμένο, χωράει ένα σωρό εκπροσώπους του ζωικού βασιλείου κι ανάμεσά τους ένα Γκρούφαλο τρομακτικό όσο και κωμικά αφελές, που εμφανισιακά παραπέμπει στα «τέρατα» του Maurice Sendak, συνιστώντας μια ενδιαφέρουσα διακειμενική αναφορά.

 

Τικ και Τέλα




Η σειρά Τικ και Τέλα, από την άλλη, που στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος, και πάλι σε μετάφραση Φίλιππου Μανδηλαρά, και μέχρι στιγμής αριθμεί έξι τίτλους, απευθύνεται σε παιδάκια ηλικίας 1-3 ετών. Οι λιλιπούτειοι πρωταγωνιστές ζουν μικρές καθημερινές περιπέτειες σε έναν κόσμο που φαντάζει αυτονομημένος από εκείνο των μεγάλων και μέσα από αυτές μαθαίνουν απλές δεξιότητες, ωριμάζουν και σφυρηλατούν τη φιλία τους.
 


 
 
 
 
 
 
Οι εκφραστικές μορφές της μικρής ποντικίνας και του μικρού λαγού, που παραπέμπουν σε λούτρινα ζωάκια προνηπιακής εμφάνισης και χαρακτήρα, εντάσσονται αρμονικά σε εξωτερικά περιβάλλοντα ή εσωτερικούς χώρους γεμάτους μικρές εικονογραφικές λεπτομέρειες που δίνουν φυσικότητα και εξοικειώνουν ήπια το παιδί με τον κόσμο των δυο ηρώων.


 

 
 
 
 
 
 
Συζητώντας με τον Axel Scheffler

Στη σύντομη κουβέντα μας με τον Axel Scheffler, τον ρώτησα αν, με δεδομένο ότι στον αγγλοσαξονικό κόσμο αρκετοί δημιουργοί παιδικών βιβλίων έχουν τον διπλό ρόλο και του συγγραφέα και του εικονογράφου, θα ενδιέφερε και τον ίδιο να εικονογραφήσει κάποια στιγμή στο μέλλον και τις δικές του ιστορίες. Μου απάντησε ότι, για την ώρα τουλάχιστον, κάτι τέτοιο δεν είναι στις προθέσεις του, ότι αντλεί ικανοποίηση από τη δουλειά του ως εικονογράφου ιστοριών γραμμένων από άλλους – και στο σημείο αυτό τόνισε εμφατικά ότι η σειρά Τικ και Τέλα, αν και φαίνεται να αποτελεί εξολοκλήρου δική του δουλειά, βασίζεται σε κείμενο άλλου.

Η συζήτηση επεκτάθηκε στον τρόπο συνεργασίας με τον εκάστοτε συγγραφέα, που δεν απέχει πολύ απ’ ό,τι συμβαίνει και εδώ: Δηλαδή ο εικονογράφος παίρνει στα χέρια του το κείμενο –συνήθως το «συνοικέσιο» μεταξύ συγγραφέα-εικονογράφου προκύπτει ύστερα από πρόταση του υπεύθυνου έκδοσης του βιβλίου– και, πάνω σε αυτό, ετοιμάζει μια σειρά από δείγματα που υποβάλλει στον συγγραφέα. Ειδικότερα αναφέρθηκε στη συνεργασία του με την Julia Donaldson, της οποίας έχει εικονογραφήσει πολλά άλλα βιβλία πέραν του Γκρούφαλο, μια συνεργασία που εξακολουθεί να λειτουργεί σε αυτή τη βάση.

Μιλώντας για το Γκρούφαλο, αναφέρθηκα στη μορφή του ήρωά του και στη συγγένειά του με τα «τέρατα» του Maurice Sendak. Τον ρώτησα αν η ενδιαφέρουσα αυτή αναφορά στο Where the wild things are προέκυψε από στοιχεία του κειμένου –τον τρόπο που περιγράφει το φανταστικό αυτό πλάσμα η Donaldson– και χαμογελώντας μού απάντησε ότι κι ο ίδιος πια δεν μπορεί να πει με ακρίβεια τι ήταν αυτό ή αυτά, το σύνολο των γεγονότων, επιρροών και διεργασιών, που τον οδήγησαν να δώσει τη συγκεκριμένη μορφή στο Γκρούφαλο. Παράλληλα αναφέρθηκε στο πόσο δύσκολο του φάνηκε να αποδώσει με πειστικότητα το σκοτεινό δάσος που είναι το σκηνικό της ιστορίας του. Η έκπληξή του, φυσικά, ήταν τεράστια όταν έμαθε ότι το βιβλίο του Sendak παραμένει αμετάφραστο στα ελληνικά…

Σε ό,τι αφορά τη σειρά Τικ και Τέλα, συμφώνησε μαζί μου ότι η ιδιαίτερη επιτυχία και γοητεία της, αυτό που ενθουσιάζει τους μικρούς της αναγνώστες, είναι ακριβώς ο αυτόνομος χαρακτήρας των δυο μικρών φίλων, αγοριού και κοριτσιού, που κατορθώνουν να αντιμετωπίζουν από κοινού τα προβλήματά τους σ’ έναν κόσμο μακριά από κάθε ενήλικη επιτήρηση και παρέμβαση. Επεσήμανε μάλιστα ότι συχνά διαπιστώνει πως και παιδιά μεγαλύτερων ηλικιών ξεφυλλίζουν και διαβάζουν με μεγάλη ευχαρίστηση τα βιβλία της συγκεκριμένης σειράς.

Και, μια και περί ενηλίκων ο λόγος, η κουβέντα κατέληξε στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η παιδική λογοτεχνία σε σύγκριση με τα βιβλία τα οποία απευθύνονται σε ενήλικο κοινό. Παραδέχτηκα ότι η δική μου αφετηρία υπήρξε, τόσο σε επίπεδο σπουδών όσο και σε επίπεδο δουλειάς, η ενήλικη λογοτεχνία κι ότι στο παρελθόν μάλλον αντιμετώπιζα με αδιαφορία τα παιδικά βιβλία. Ως τη μαγική στιγμή βεβαίως που απέκτησα κι εγώ παιδιά... «Ξέρω, ξέρω!» είπε γελώντας. «Έτσι γίνεται πάντα. Έχω δει ένα σωρό κριτικούς να αντιμετωπίζουν με αδιαφορία το παιδικό βιβλίο, μέχρι που γίνονται κι οι ίδιοι γονείς και ξαφνικά ανακαλύπτουν έναν καινούριο κόσμο!»   

Σ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας μας να πω ότι ο Axel Scheffler υπέγραφε βιβλία της σειράς Τικ και Τέλα φιλοτεχνώντας υπομονετικά σε καθένα τις μορφές των δυο μικρών ζώων – κι ένα από αυτά τα βιβλία φιλοξενείται πλέον στη βιβλιοθήκη της μικρής μου κόρης.
 
 
Κλείνοντας τις αναρτήσεις του 2014 κάπου εδώ, να ευχηθώ σε όλους ό,τι καλύτερο για τη νέα χρονιά. Εμείς θα τα ξαναπούμε του χρόνου!

 
 
* Για αναλυτική εργογραφία στα ελληνικά δείτε και εδώ

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Αναστασία Ευσταθίου, Η Γερακίνα και ο Πρίγκιπας Νερένιος

Εικονογράφηση: Αναστασία Κασιάδη, Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, Πάτρα 2012






Τη Γερακίνα, δε σας το κρύβω, ως παιδί την αντιπαθούσα. Ήταν μάλλον ο τρόπος που το σχολείο πήγαινε να μου περάσει την ιστορία της που ποτέ δε μου επέτρεψε να τη συμπονέσω στο ελάχιστο για το άδικο και τραγικό τέλος της. Μεγαλώνοντας βέβαια, κι έχοντας, στο πλαίσιο των σπουδών μου στη φιλολογία, διαβάσει αρκετή λαογραφία, αντιλήφθηκα ότι ιστορίες σαν και τη δική της έκρυβαν μες στην όποια αφέλεια ή σχηματικότητά τους σημαντικές αλήθειες. Και με αυτή την επίγνωση διάβασα το βιβλίο της Αναστασίας Ευσταθίου, η οποία, αντλώντας από τη λαϊκή παράδοση, αφηγείται την ιστορία μιας όμορφης κοπέλας στην περιοχή των Σερρών, η θυσία της οποίας, παραμονές του γάμου της, λύνει διαμιάς το πρόβλημα λειψυδρίας της περιοχής. Το τέλος της κόρης, όσο τραγικό κι αν φαντάζει, δίνεται εδώ με τρόπο αισιόδοξο, αφού η αφήγηση ακολουθεί τη Γερακίνα ως το άδυτο του πανέμορφου πρίγκιπα Νερένιου, που την τραβάει κοντά του στο υδάτινο βασίλειό του, εκεί που οι φωτεινές στιγμές τελικά δεν είναι αμελητέες.

Η συγγραφέας ενσωματώνει στον αφηγηματικό ιστό στοιχεία τόσο ιστορικού όσο και λαογραφικού χαρακτήρα, που επιτρέπουν την αναβίωση της εποχής αλλά και παραπέμπουν σε πλήθος από έθιμα (έθιμα γάμου, χελιδονίσματα κτλ.) και σε τοπικές συνήθειες. Τα αποσπάσματα από τη δημώδη παράδοση λειτουργούν ως σύντομες καταδύσεις στο πλούσιο υλικό που αποτέλεσε το υπόστρωμα της ιστορίας, ενώ το πνεύμα σεβασμού προς αυτό υπογραμμίζεται ιδιαίτερα, πέρα από τη συνολική υφολογική διαχείριση, και από την ενσωμάτωση τοπικών γλωσσικών στοιχείων.

Ενδιαφέρον βρήκα το σημείωμα του τέλους, όπου η συγγραφέας στέκεται φιλοσοφικά απέναντι στον μύθο, υποκύπτοντας στη γοητεία του χωρίς ωστόσο να παραβλέπει την αλήθεια του. Δε θα διαφωνήσω στο ελάχιστο μαζί της ως προς αυτό. Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι η ενδιαφέρουσα αυτή αναβίωση του μύθου της Γερακίνας, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να αναζητήσει αναγνώστες σε ένα ευρύτερο ηλικιακά κοινό, ενώ θα ήταν ευχής έργο να συνοδευόταν και από μια εικονογράφηση που θα αξιοποιούσε επαρκέστερα και σε μεγαλύτερη έκταση τις δυνατότητες του κειμένου.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Λίνα Μουσιώνη, Η μεγάλη περιπέτεια του Φι και του Λι

Εικονογράφηση: Βανέσσα Ιωάννου, Ελληνοεκδοτική, Αθήνα 2014

 
 
 
 
Έγραφα την περασμένη εβδομάδα για την Birgitta Sif και τον ήρωα του πρώτου της βιβλίου, τον Όλιβερ, ένα εσωστρεφές αγόρι που αγνοεί πως κάπου μες στην πολύβουη πόλη που περιφέρει τη μοναξιά του υπάρχει κι ένα άλλο παιδί που εκτελεί τις ίδιες παράλληλες μοναχικές διαδρομές με αυτόν. Κι αναπόφευκτα μου ήρθαν στο μυαλό τα δυο βοτσαλάκια του τελευταίου βιβλίου της Λίνας Μουσιώνη, το ένα μαύρο και τ’ άλλο άσπρο, που, αν και κάτοικοι της ίδιας πολύβουης παραλίας, θ’ αργήσουν πολύ να γνωριστούν μεταξύ τους και ν’ αλλάξουν τις πρώτες τους κουβέντες. Οι συγκυρίες θα γίνουν αιτία να μοιραστούν μια μεγάλη θαλασσινή περιπέτεια που θα σφραγίσει τη φιλία τους. Πολύ αλλιώτικα μεταξύ τους, με διαφορετικές καταγωγές, άλλες αναφορές, διαμετρικά αντίθετες οπτικές, θα διαβάσουν αλλιώτικα τις κοινές τους εμπειρίες, ωστόσο μέσα από τη συνύπαρξή τους θα πετύχουν να συνθέσουν έναν ολωσδιόλου δικό τους τρόπο ανάγνωσης του κόσμου, εφευρίσκοντας κοινούς κώδικες επικοινωνίας που ξεπερνούν τις συμβάσεις και μετασχηματίζοντας την πραγματικότητα μέσα από την υπερβατική ματιά των συναισθημάτων. Ακόμα κι όταν χωριστούν αναγκαστικά, η επιθυμία τους για επικοινωνία θα επιστρατεύσει κάθε δυνατό κι αδύνατο μέσο –υλικά απ’ τον παραμυθένιο αλλά κι απ’ τον απτό κόσμο, ιδωμένο μέσα απ’ το φίλτρο της ποίησης και του ονείρου– για να αποκαταστήσει τη χαμένη επαφή.  

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τα δυο βοτσαλάκια της υπερβαίνουν τη λογική και αλλάζουν τη χρήση των υλικών του κόσμου για να μπορέσουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, έτσι και η συγγραφέας μετασχηματίζει ποιητικά τα υλικά της πραγματικότητας για να μετατρέψει μια συνηθισμένη παραλία σε μαγικό τοπίο, με ανέμους που ταξιδεύουν παιχνιδιάρικα ανάμεσα στους ανθρώπους, ψάθες-μαγικά χαλιά, φεγγαρακτίνες-τηλέγραφους, συναισθηματικές μπουρούδες, χρώματα και μυρωδιές που πάνε κι έρχονται μαζί με τις εποχές, τους ανθρώπους και τις διαθέσεις, προσδίδοντας μάλιστα στα άψυχα ένα συναισθηματικό βάθος και βάρος που λειτουργεί αντιστικτικά προς τις περαστικές, εφήμερες επιθυμίες των ανθρώπων που διασταυρώνονται μαζί τους, σ’ ένα κείμενο όπου η φαντασία ισορροπεί αρμονικά με την ανάλαφρη, κάποτε χιουμοριστική και αέναα αισιόδοξη διάθεση που ταιριάζει στο παιχνίδι δυο μικρών παιδιών.

Κι αν η υπερβατική ματιά μεταλλάσσει τον κόσμο σ’ ένα φιλόξενο μέρος που γεννά και, κυρίως, συντηρεί αυτή τη φιλία, η τέχνη είναι εκείνη που τελικά θα τη διαιωνίσει. Η τέχνη όχι ως κάτι γενικόλογο και αφηρημένο, αλλά ως δημιούργημα ενός ανθρώπου που, σαν τα δυο πολύπαθα, πολυταξιδεμένα βοτσαλάκια, πρόλαβε να γυρίσει τον κόσμο, να συλλέξει εμπειρίες κι αναμνήσεις, αισθήματα κι όνειρα και να τα αποθέσει όλα σε ένα έργο των χεριών του βασισμένο στην αρμονία των αντιθέτων. Με το άσπρο και το μαύρο για μιαν ακόμα φορά στον πυρήνα του, να σου κλείνουν πονηρά το μάτι θυμίζοντάς σου εκείνο τον τόσο διαφορετικό κι ωστόσο τόσο χαρακτηριστικά ασπρόμαυρο ζωγράφο.

Η εξαιρετική εικονογράφηση της Βανέσσας Ιωάννου δένει μοναδικά με το κείμενο, κατορθώνοντας σε ορισμένα σημεία να πάει ακόμα παραπέρα την ατμοσφαιρική διάθεσή του. Μια πανέμορφη ιστορία, όχι μονάχα για τη φιλία, αλλά και για το πέρασμα του χρόνου, την ομορφιά των μικρών πραγμάτων, τις πολλαπλές κι όχι πάντα ορατές διαστάσεις της πραγματικότητας. Ένα βιβλίο αισιόδοξο, ανθρώπινο και μαζί μαγικό, απ’ αυτά για τα οποία ό,τι κι αν πεις δε θα έχει κατορθώσει να χωρέσει, ή έστω να περιγράψει επαρκώς, την ευφορία που σου γέννησε η ανάγνωσή τους.

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Birgitta Sif, Η Εύη όλο χορεύει και χορεύει


Μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014

 
Ανακάλυψα την Birgitta Sif πέρσι, μέσα από τις σελίδες του εκπληκτικού Όλιβερ. Και έπαθα, όπως και πολλοί άλλοι ανυποψίαστοι αναγνώστες της, φαντάζομαι, την πλάκα μου. Τόσα συναισθήματα κλεισμένα σε λιγοστές λέξεις. Τόση δράση στριμωγμένη σε ανεπιτήδευτες εικόνες σαν σκαριφήματα. Κι ο τρόπος που ο «διαφορετικός», ιδιαίτερος ήρωας του βιβλίου βρίσκει διέξοδο στη μοναξιά του σχεδόν υπαγορεύεται, μην πούμε επιβάλλεται, απ’ τον ακριβή συνδυασμό του λιτού κειμένου με την αθόρυβη κι ωστόσο ανατρεπτικά δραστική παρουσία της εικόνας.  

Φέτος η Sif μάς ξαναεπισκέπτεται με μιαν άλλη εσωστρεφή, μοναχική ηρωίδα. Είναι η Εύη που λατρεύει τον χορό. Έχει τον ρυθμό μέσα της. Κι ωστόσο, όταν αισθάνεται πως οι άλλοι τη βλέπουν να χορεύει, νιώθει τέτοια ντροπή ώστε φτάνει να εγκαταλείψει την αγαπημένη της ασχολία. Είναι όμως τόσο εύκολο να αφήσεις να χαθεί ό,τι περισσότερο αγαπάς; Το τραγούδι ενός μικρότερου κοριτσιού στο πάρκο θα ξυπνήσει ξανά στην Εύη την αγάπη για τον χορό, που πια θα συμπαρασύρει, εκτός απ’ την ίδια, κι όποιον βρίσκεται τριγύρω της.

Γι’ άλλη μια φορά η Birgitta Sif αφηγείται τόσο μέσα από τον λόγο της όσο και τις εικόνες της. Αλλά και πάλι η λειτουργία αυτών των δυο δεν είναι ταυτόσημη, καθώς οι δεύτερες συνυπάρχουν με τον πρώτο με τρόπο ειρωνικά αλληλοϋπονομευτικό: Αν οι λέξεις απηχούν τα συναισθήματα της ηρωίδας, η εικόνα και πάλι εμφανίζει μιαν άλλη, πολύ διαφορετική εκδοχή, αυτή της εξωτερικής πραγματικότητας. Για παράδειγμα, όσο κι αν, στις πρώτες σελίδες του κειμένου, η Εύη αισθάνεται ότι όλος ο κόσμος την παρακολουθεί όταν χορεύει κι αυτό της γεννά συστολή, η εικόνα τη διαψεύδει: οι άνθρωποι τριγύρω της μοιάζουν μάλλον απορροφημένοι ο καθένας στα δικά του, παρά επικεντρωμένοι στον χορό της. Αυτό στην πορεία αλλάζει. Καθώς η Εύη ξεπερνά την ντροπή της, η προσοχή κάποιων συγκεκριμένων, επιλεγμένων άλλων τείνει να γίνει, εκτός από πραγματική, και κινητήρια δύναμή της, που μετατρέπει το κέφι της για χορό σε μεταδοτική συνήθεια.

Η Sif, από το πουθενά, μέσα από εικόνες που και πάλι σου γεννούν την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι άλλο από βιαστικά σκαριφήματα, κατορθώνει να χτίσει έναν μαγευτικό κόσμο, γεμάτο χρώμα, κίνηση, κέφι και αισιοδοξία. Η φύση συμμετέχει ενεργά στην ιστορία, με το σμήνος των πολύχρωμων πουλιών να συντροφεύουν παντού την Εύη, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη μεταστροφή της, σ’ ένα βιβλίο που θα πείσει κάθε ντροπαλό του κόσμου τούτου πως η ζωή παραείναι όμορφη για να σπαταληθεί στη μοναξιά ενός κλειστού δωματίου.   

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

W. E. Joyce, Τα φανταστικά ιπτάμενα βιβλία του κου Μόρρις Λέσμορ

Εικονογράφηση: William Joyce, Joe Bluhm, μετάφραση: Μαρία Τοπάλη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014




Ο κύριος Μόρρις Λέσμορ λατρεύει τις λέξεις, τις ιστορίες, τα βιβλία. Η ζωή του είναι το βιβλίο που γράφει ο ίδιος μέρα με τη μέρα. Μια μεγάλη φυσική καταστροφή γκρεμίζει το σπίτι του και σκορπάει τα βιβλία του στους πέντε ανέμους. Μαζί και τη ζωή του. Έπειτα από μέρες απελπισίας και απόγνωσης, τον επισκέπτεται ένα βιβλίο κυριολεκτικά εξ ουρανού και τον οδηγεί σε μια βιβλιοθήκη, όπου τα βιβλία φτερουγίζουν άτακτα αποζητώντας τη φροντίδα του. Η ζωή του μετατρέπεται σε μια καθημερινή περιπέτεια εξερεύνησης κι ανακάλυψης, φροντίδας και μοιρασιάς. Και μαζί δημιουργίας, αφού, όταν κοπάζουν οι ψίθυροι των άλλων βιβλίων, ο κύριος Μόρρις γράφει ακούραστα το δικό του, το βιβλίο της ζωής του. Κι όταν το τελευταίο αυτό κλείσει για πάντα, τα υπόλοιπα βιβλία της μεγάλης βιβλιοθήκης του θα βρουν μέσα του καταγραμμένη όλη την ιστορία, τους φόβους και τα όνειρα του συγγραφέα του. Που κι αυτά με τη σειρά τους θα βρουν σ’ ένα μικρό παιδί τον πρώτο τους αναγνώστη.

Ένα εικονογραφημένο βιβλίο για τη ζωή που μοιάζει με ιστορία κλεισμένη στις σελίδες ενός βιβλίου. Αλλά κι η ιστορία ενός ανθρώπου που αγάπησε κι έζησε μια ολόκληρη ζωή μαζί με τα βιβλία. Ένας φόρος τιμής στο βιβλιοθηκάριο, αλλά και σε κάθε βιβλιόφιλο. Δοσμένο με ποιητική διάθεση κι ευαισθησία, με πλήθος διακειμενικές αναφορές (με κυρίαρχη αυτή στο Μάγο του Οζ), υπέροχες εικόνες (το μάτσο με τα ιπτάμενα βιβλία-μπαλόνια), ισχυρή δόση αυτοαναφορικότητας, και, πάνω απ’ όλα, με την πανταχού παρούσα, μοναδική ικανότητα των βιβλίων όχι μονάχα να λειτουργούν ιαματικά για τις πληγές των ανθρώπων, αλλά και να τους χαρίζουν συναρπαστικά ταξίδια ανακάλυψης του κόσμου κι αυτογνωσίας. Η ζωή γίνεται ιστορία κλεισμένη σ’ ένα βιβλίο, όχι με τρόπο στατικό, ακαδημαϊκό, συμβολικό, αλλά ως ζωντανή πραγματικότητα, ως μια διαρκής περιπέτεια περιπλάνησης και αφήματος στη μαγεία του μυστικού και αόρατου για τους πολλούς. Κι αν το τέλος αυτής της μοναδικής περιπέτειας είναι προδιαγεγραμμένο κι αναπόδραστο, το βιβλίο της ζωής μας είναι αυτό που μένει πίσω να θυμίζει κάτι απ’ το πέρασμά μας σ’ αυτό τον κόσμο, διαιωνίζοντας ταυτόχρονα την αέναη χαρά της ανάγνωσης.

Η εικονογράφηση αποτυπώνει ατμοσφαιρικά την περιπέτεια της ζωής του κύριου Μόρρις, παίζοντας με την παρουσία-απουσία χρώματος, παντρεύοντας αβίαστα ρεαλιστική απόδοση και τολμηρή φαντασία, διαγράφοντας με συναισθηματική ένταση το πέρασμα του χρόνου, ζουμάροντας σε σελίδες και γραμματοσειρές στην απόπειρά της να ακολουθήσει τη βουτιά του κεντρικού ήρωα στον κόσμο του βιβλίου.

Ευτυχής ο κύριος Μόρρις Λέσμορ. Όχι μονάχα γιατί του έλαχε να ζήσει παρέα με τόσα και τόσα βιβλία, και να απαλύνει έτσι τις πληγές της πρότερης ζωής του, αλλά και γιατί του δόθηκε το δώρο να διαιωνίσει την ύπαρξή του μέσα σ’ αυτό το μοναδικής ακρίβειας αποστακτήριο συναισθημάτων, σκέψεων και ονείρων που είναι η λογοτεχνία. Αυτή που κατορθώνει να μεταμορφώνει την ασχήμια σε ομορφιά, το αμείλικτο πέρασμα του χρόνου σε άφθαρτη στιγμή, τον ασήμαντο εαυτό σε ιδανική αφαίρεση. Ποιος άραγε από μας δε θα ‘θελε να ’χει τη σπάνια τύχη του;

 Κι επειδή η ιστορία του κύριου Μόρρις Λέσμορ και των φανταστικών ιπτάμενων βιβλίων του έχει ειπωθεί εξαιρετικά και σε μια ταινία βραβευμένη με Όσκαρ, δείτε κι αυτό:΅
 
 

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου, Ο Αλέκος στη Χώρα των Παθημάτων

Εικονογράφηση: Χρήστος Δήμος, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2013 (από 5 ετών)



Μεγάλωσα σ’ ένα μικρό χωριό της ελληνικής επαρχίας σκαρφαλώνοντας μάντρες, εξερευνώντας ρέματα, τρέχοντας σε χωράφια και αυλές. Η σχέση με τη φύση, τα πλάσματα και τα μυστήριά της ήταν μια σχέση αέναης αναζήτησης. Εξάλλου βρίσκονταν όλα τόσο κοντά μας, άλλοτε επιφυλάσσοντας εκπλήξεις, άλλοτε φέρνοντάς μας μια ανάσα από κινδύνους που δε θα θέλατε να σας περιγράψω. Είναι η αλήθεια πως ζώα δε βασάνισα ποτέ. Είδα ωστόσο πολλές φορές γύρω μου άλλα παιδιά να πασχίζουν να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους πειραματιζόμενα μαζί τους.

Ο Αλέκος της Γιώτας Αλεξάνδρου είναι ένα τέτοιο παιδί, φιλέρευνο, διψασμένο για γνώση και νέες ανακαλύψεις. Κάτι το ανήσυχο πνεύμα του, κάτι κάποιες μικροπαρανοήσεις σε σχέση με τη δουλειά του επιστήμονα μπαμπά, κάτι οι κακές επιρροές της τηλεόρασης, όλα αυτά μαζί τέλος πάντων, θα θέσουν σε κίνδυνο αρκετά από τα πλάσματα που τον περιβάλλουν στο σπίτι του παππού του. Όταν όμως το παιχνίδι του γυρίσει μπούμερανγκ, ο μικρός θα αντιληφθεί πόσο ζόρικο είναι ο θύτης να μετατρέπεται σε θύμα και πόσο σκληρά μπορεί να εκδικηθεί η φύση εκείνους που πάνε να διαταράξουν τις ισορροπίες της.

Ένα έξυπνο βιβλίο, που θίγει με χιουμοριστική διάθεση το ζήτημα του σεβασμού απέναντι στη φύση και στα πλάσματά της, οδηγώντας το παιδί, μέσα απ’ την ιστορία του Αλέκου, σε περαιτέρω σκέψεις γύρω από τις ανορθόδοξες μεθόδους επιβολής του ανθρώπου πάνω στο φυσικό περιβάλλον. Ταυτόχρονα, ένα ενδιαφέρον σχόλιο γύρω από την αληθινή φύση των παιδιών, που δεν είναι ούτε άγγελοι ούτε διακοσμητικά αντικείμενα, όπως θα ονειρεύονταν πολλοί γονείς. Τα παιδιά είναι ζωντανοί κι εξελισσόμενοι οργανισμοί, που, πάνω στη λαχτάρα τους να μάθουν και να ανακαλύψουν, επιδεικνύουν συχνά μεγάλη σκληρότητα και πλήρη όσο κι αφελή άγνοια των συνεπειών, ακόμα κι οδυνηρών για τα ίδια και τους άλλους.

Η λογοτεχνική παράδοση –οι αναφορές στην Αλίκη είναι εμφανείς τόσο στον τίτλο όσο και σε άλλα σημεία του κειμένου–, χαριτωμένα λογοπαίγνια, αλλά και, κυρίως, σουρεαλιστικές καταστάσεις που μόνο το μυαλό ενός παιδιού μπορεί να επινοήσει γίνονται τα υλικά με τα οποία χτίζει η συγγραφέας την ξεκαρδιστική ιστορία της, η οποία κατορθώνει με μαεστρία να κινηθεί πάνω στα όρια χωρίς ούτε στιγμή να ξεφύγει απ' αυτά. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εκτός από το ότι παρέχει αμεσότητα και φυσικότητα, επιτείνει τη χιουμοριστική διάθεση, αφού τα εξωφρενικά «κατορθώματα» του Αλέκου χρωματίζονται με μια άκρως διασκεδαστική αφέλεια, ενώ το ανοιχτό, ως ένα βαθμό, τέλος μάς κλείνει πονηρά το μάτι, υπονοώντας πως, όσο κι αν το πάθημα έγινε μάθημα στον νεαρό πρωταγωνιστή, η παιδική δίψα για νέες περιπέτειες παραμένει ακόρεστη.
Όπως άλλωστε κι η μυχια επιθυμία της αφήγησης να μην αποχωριστεί έτσι εύκολα τον σκανταλιάρη ήρωά της...

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Μάνος Κοντολέων, Ο Εέ άπό τ' άστρα

Εικονογράφηση: Αντώνης Καλαμάρας, νέα έκδοση βελτιώμένη, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2014 (από 8 ετών)



Ανήκω σε μια γενιά παιδιών που μεγάλωσαν με το μυαλό και το βλέμμα καρφωμένο στον μαγικό κόσμο του διαστήματος. Από τη Μάχη των πλανητών ως το Σταρ Τρεκ κι από την Οδύσσεια του διαστήματος ως τον ΕΤ, η γενιά μου χρόνια ταλανίστηκε από το ερώτημα της ύπαρξης ή μη εξωγήινης ζωής. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πώς ένιωσα όταν διάβασα αυτό εδώ το βιβλίο, ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε για τα παιδιά της δικής μου γενιάς πριν από κοντά τριάντα πέντε χρόνια. Κι ας μην έχει την παραμικρή πρόθεση να απαντήσει, τουλάχιστον με τον τρόπο που εγώ θα 'θελα, στο καυτό ερώτημα της ύπαρξης ή μη εξωγήινης ζωής που βασάνισε την παιδική μου ηλικία. Ως βιβλίο φαντασίας, αυτή τη θεωρεί δεδομένη. Ο ήρωάς του, ο Εέ, ορατός μονάχα από τα παιδιά, καταφτάνει μια μέρα απ’ το μακρινό Αστέρι των Παιδιών στη Γη κι αλλάζει με θαυμαστό τρόπο τη ζωή δυο αδερφών, της Άννας και του Δημήτρη. Είναι ένα πλάσμα με απίθανες δυνάμεις, ικανό να εκμηδενίσει χρόνους κι αποστάσεις, να μεταμορφώσει κόσμους, να μεταλλάξει ανθρώπινα αισθήματα και συμπεριφορές, προβάλλοντας ολοζώντανο στα μάτια των παιδιών έναν κόσμο ομορφιάς, ανθρωπιάς, ευαισθησίας, οικολογικής συνειδητοποίησης.

Θα μου πείτε, τι είναι αυτός ο Εέ, κανένας θαυματοποιός; Την απάντηση, νομίζω, θα τη δώσουμε αν διαβάσουμε το σημείωμα του συγγραφέα, εκεί που εξηγεί ότι το μυθιστόρημα αυτό το έγραψε μαζί με παιδιά αναγνώστες του παιδικού περιοδικού Παιδιά γεια χαρά. Αυτά του έδωσαν τους ήρωες και τα επεισόδια μέσα από τα γράμματά τους. Ο ίδιος συνένωσε, συνταίριαξε, έδωσε το λογοτεχνικό χρώμα και την αφηγηματική γραμμή στην ιστορία του. Κι έδωσε, ή τουλάχιστον αίσθησή δική μου είναι πως ο συγγραφέας το έδωσε, και κάτι ακόμα, ένα στοιχείο στην πλοκή που παρακάμπτει με μαεστρία το σκόπελο του να θεωρηθεί ο Εέ ένας κοινός θαυματοποιός: Έτσι, όσο σφοδρή κι αν αναδύεται στο κείμενο η επιθυμία των παιδιών να δουν τον κόσμο τους να μεταμορφώνεται από τις μαγικές δυνάμεις του Εέ, τα θαύματα του εξωγήινου φίλου τους δεν κρατάνε για πολύ. Ο μαγικός του κόσμος, έτσι όπως ξεπετάγεται μέσα από την άχαρη καθημερινότητά τους με υπερρεαλιστικές εικόνες λαμπερής ομορφιάς, φαντάζει περισσότερο σαν προβολή ονείρου παρά σαν παγιωμένη πραγματικότητα. Με κάποιον τρόπο, ο Εέ δείχνει τον δρόμο, κάνει το όνειρο να μοιάσει απτό και εφικτό. Δε σερβίρει έτοιμες λύσεις. Δίνει υπόσταση στο όραμα. Και γι' αυτό κι η δική του παραμονή στη Γη δεν είναι παρά μόνο προσωρινή, μια παρένθεση στην ασχήμια, μια ανάσα ελπίδας, ένας αντικατοπτρισμός ενός άλλου κόσμου, μακρινού κι ωστόσο εν δυνάμει υπαρκτού.

Εκσυγχρονισμένη, τεχνολογικά ενημερωμένη και βελτιωμένη, αυτή η νέα έκδοση του Εέ από τ’ άστρα σε αφήνει εντέλει με μια γλυκόπικρη αίσθηση: Από τη μια, χαμογελάς στη σκέψη πως, όσα χρόνια κι αν περάσουν, η άδολη επιθυμία των παιδιών για έναν καλύτερο κόσμο θα είναι ίδια κι απαράλλαχτη. Κι από την άλλη, συνειδητοποιείς πως η γενιά παιδιών για την οποία και με την οποία γράφτηκε αυτό το βιβλίο, η δική σου γενιά, κληροδοτεί με προθυμία στα δικά της παιδιά τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες παθογένειες που κάποτε ήθελε κι η ίδια να εξαλείψει. Κι υποψιάζεσαι, χωρίς ωστόσο να θες να το πιστέψεις, με το βλέμμα πια όχι στ’ αστέρια αλλά στον κόσμο που σε περιβάλλει, πως ίσως η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση να μην είναι άλλο από ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή απ’ το Αστέρι των Παιδιών, εκεί που όλα είναι λαμπερά, θαυμαστά κι αιώνια, εδώ κάτω, στον Πλανήτη Γη.

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αργυρώ Μουντάκη, Το Υπναρούδι και η Ελεάννα σε φανταστικές περιπέτειες

Εικονογράφηση: Βαγγέλης Ελευθερίου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 6 ετών)

 
 
Αν ο παλιός καλός μας γνώριμος Quentin Gréban επιλέγει ένα κάπως ανοικονόμητο μαμούθ για ζωάκι της μικρής του ηρωίδας (εδώ), η Αργυρώ Μουντάκη στο βιβλίο της Το Υπναρούδι και η Ελεάννα σε φανταστικές περιπέτειες κινείται στο άλλο άκρο, δίνοντας στους μικρούς αναγνώστες της μια εντελώς μινιμαλιστική εκδοχή του όρου «κατοικίδιο». Η δική της ηρωίδα, βλέπετε, η μικρή Ελεάννα, διαθέτει ζωάκι τσέπης – ένα μυρμηγκάκι ονόματι Υπναρούδι, το οποίο διαμένει σε σπιρτόκουτο και η ιδιοκτήτριά του έχει την ευχέρεια να το κουβαλάει όπου της κάνει κέφι. Αποτέλεσμα μια σειρά από περιπέτειες, που περιγράφονται στις τρεις ιστορίες οι οποίες απαρτίζουν το βιβλίο, και καταγράφουν την καθημερινότητα και τα –κάποτε δραματικά– απρόοπτα της ζωής των δυο φίλων και των αγαπημένων τους.

Ενδιαφέρουσα απόπειρα αφηγηματικής συνύπαρξης δυο διαφορετικών κόσμων –του μεγάκοσμου των ανθρώπων και του μικρόκοσμου των μυρμηγκιών– όπως αυτή μπορεί να επιτευχθεί με όχημα την παιδική φαντασία. Αφήγηση αβίαστη, που ζουμάρει σε καθημερινές στιγμές, κάποτε αδιόρατες όσο ένα τοσοδά μυρμηγκάκι, μεγεθυσμένες ωστόσο μέσα από τον φακό των παιδικών ματιών, αλλά και ικανές να χωρέσουν τη ζεστασιά, την ανεμελιά αλλά και τα βάσανα της παιδικής φιλίας, οικολογικές ευαισθησίες, οικογενειακές δυσκολίες, σχολικές χαρές και μικροπροβλήματα. Με το μικρούλι Υπναρούδι πανταχού παρόν, να υπογραμμίζει με την παρουσία του την τεράστια αξία που έχουν τα μικρά και φαινομενικά ασήμαντα για την παιδική ψυχοσύνθεση.  

Ένα χαριτωμένο βιβλίο, που πάντως ενδέχεται να σας δημιουργήσει κάποια προβληματάκια, αφού, μετά το πέρας της ανάγνωσής του, δε θα υπάρξει μυρμηγκοφωλιά πάνω απ’ την οποία να μη σας σύρει το βλαστάρι σας σε αναζήτηση νέου κατοικίδιου. Μικρό το κακό βεβαίως, αφού ένα τοσοδά μυρμηγκάκι μες στο σπιτικό σας φαντάζει –εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως– πολύ προτιμότερο από ένα πελώριο μαμούθ. Ή μήπως όχι;

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Τζον Μπόιν, Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα

Μετάφραση: Αριάδνη Μοσχονά, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2006 (από 13 ετών)



Η λογοτεχνία είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα οπτικής, κι αυτό φαίνεται να το γνωρίζει πολύ καλά ο Τζον Μπόιν, εφαρμόζοντάς το εξαιρετικά στο βιβλίο του Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα. Το οποίο, εκ πρώτης όψεως, είναι η ιστορία ενός συνηθισμένου πιτσιρικά κεραυνοβολημένου από την αιφνίδια μετάθεση του καριερίστα μπαμπά του, η οποία θα πάρει τον μικρό μακριά από το σπίτι που μεγάλωσε, από την πόλη του και τους αγαπημένους του φίλους. Αλλά τι σόι δουλειά είναι αυτή που κάνει ο μπαμπάς; Και πού ακριβώς βρίσκεται το μακρινό μέρος που σηματοδοτεί τη ραγδαία επαγγελματική του ανέλιξη; Πώς θα τη βγάλει καθαρή ο μικρός στο αφιλόξενο Ούστβιτς; Τι ρόλο θα παίξουν στη ζωή του οι άνθρωποι που θα γνωρίσει εκεί; Και πώς η συνάντησή του με ένα αγόρι με ριγέ πιτζάμα θα χαράξει με τρόπο καθοριστικό τη μοίρα του;

Μια ιστορία για το Ολοκαύτωμα ιδωμένη από την πλευρά του προνομιούχου πλην ανύποπτου μέχρι αφέλειας γιου του διοικητή ενός ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης. Ο εννιάχρονος Μπρούνο, του οποίου η εμφάνιση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το πρότυπο του Άριου που λανσάρει το χιτλερικό καθεστώς, ξεριζωμένος από το μέρος που μεγάλωσε, ζώντας σε ένα στρατοκρατούμενο κι αφιλόξενο σπίτι που ποτέ δε γίνεται σπίτι του, αποκομμένος από τους γονείς του, που μοιάζουν να ζουν ο καθένας στον κόσμο του, εστιάζει στα καθημερινά αγνοώντας παγκόσμιους συσχετισμούς, συχνά παρερμηνεύοντας καταστάσεις ή δίνοντας αυθαίρετα υποκειμενικές ερμηνείες στα γεγονότα, ψηλαφώντας βήμα με το βήμα, μέρα με τη μέρα, μια πραγματικότητα της οποίας ως το τέλος δε θα μπορέσει να αντιληφθεί πλήρως τη φρίκη. Μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της αφελούς ματιάς του, τα πάντα –από τον αλκοολισμό και την απιστία της μαμάς, μέχρι τα βάσανα που υφίστανται οι Εβραίοι κρατούμενοι πέρα απ’ το συρματόπλεγμα που χωρίζει το σπίτι του με το στρατόπεδο– αποκτούν μια έντονα ειρωνική αν και στο βάθος τραγική διάσταση. Η βία, ακόμα κι όταν είναι απροκάλυπτα παρούσα, παραλείπεται εύγλωττα, λες κι ο μικρός Μπρούνο, κάποτε όχι άμοιρος ευθυνών κι ενοχών, επιλέγει να κλείσει τα μάτια ασκώντας αυστηρή λογοκρισία σε μια πραγματικότητα που του είναι αβάσταχτη. Την ίδια ώρα η επιμονή του να παραποιεί συστηματικά τοπωνύμια και ονόματα προσώπων –ο Φύρης, το Ούστβιτς–, όσο κι αν δίνει μια ανάλαφρη, παιγνιώδη νότα στην ιστορία του, μοιάζει με απελπισμένη όσο και συνειδητή ως έναν βαθμό απόπειρα αναδίπλωσης σε μια μύχια παιδικότητα που θα τον προστατέψει από τη φρίκη της πρόωρα κι οδυνηρά επερχόμενης ενηλικίωσης. Ο Μπρούνο δεν είναι ήρωας, δεν είναι μια εξιδανικευμένη μορφή, δεν ξεπερνάει σχεδόν ποτέ τον εαυτό του. Κι αυτή ακριβώς η ειρωνική απόσταση που διατηρεί από αυτόν ο συγγραφέας, σε αντιδιαστολή με τη διστακτική αν και πολύ πιο συνειδητή στάση του φίλου του του Εβραίου Σμούελ, υπογραμμίζει εμφατικά το τυχαίο της θέσης και της μοίρας του καθενός τους.

Όσο για τον Σμούελ, το αγόρι απ’ την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος, το μικρό Εβραιόπουλο με τη ριγέ πιτζάμα, γεννημένο την ίδια ακριβώς μέρα με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου, μοιάζει με αντικατοπτρισμό του ίδιου του Μπρούνο: Όσα κι αν είναι αυτά που τους χωρίζουν, δεν παύουν να είναι δυο παιδιά μόνα και φοβισμένα, σ’ έναν κόσμο εφιαλτικά παράδοξο κι ακατανόητο, δυο πιτσιρικάδες που, αγνοώντας σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την ακριβή τους κατάσταση, γυρεύουν να μοιραστούν σκέψεις κι αγωνίες. Δυο παιδιά τόσο όμοια, με το συρματόπλεγμα και τη διαφορετική τους αμφίεση να τραβούν μια αυθαίρετη γραμμή ανάμεσα στο θύτη και στο θύμα, στον ευνοημένο από τη μοίρα και στον καταδικασμένο να πάει ως πρόβατο στη σφαγή.

Καθώς ο συγγραφέας οδηγεί με αφηγηματική ακρίβεια την ιστορία του προς τη συγκλονιστική της κλιμάκωση και το αναπάντεχο τέλος, ξυπνώντας στον ενήλικα αναγνώστη μνήμες από την Εκλογή της Σόφι ή από το Η ζωή είναι ωραία, η ριγέ πιτζάμα του Σμούελ αναδεικνύεται σε κομβικό στοιχείο της πλοκής ως ειδοποιό χαρακτηριστικό ταυτισμένο με την προδιαγεγραμμένη μοίρα του κατόχου της. Μόνο που ο Τζον Μπόιν δεν αρκείται σε αυτό τον ρόλο, υποβάλλοντας στον αναγνώστη του το ανατριχιαστικό, τελειωτικό ερώτημα: Άραγε μπορεί ένα απλό ρούχο, εκτός από δηλωτικό της μοίρας εκείνου που το φοράει, να φτάσει ακόμα και να την ορίσει; Η απάντηση-γροθιά στο στομάχι στις σελίδες αυτού του εξαιρετικού βιβλίου.   

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

Θοδωρής Παπαϊωάννου, Ανάποδα

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Ίκαρος, Αθήνα 2014 (από 3 ετών)

 
 

Ένα απ’ τα πιο όμορφα βιβλία για μικρά παιδιά που διαβάσαμε φέτος. Η ιστορία του Μέλιου του σκαθαριού, που, καθώς κυλάει τη χωμάτινη μπάλα του στο έδαφος, σκοντάφτει σε μια πετρούλα και γυρίζει ανάποδα. Από κει ο κόσμος φαντάζει τόσο αλλιώτικος αλλά κι απρόσμενα αποκαλυπτικός. Κι ο Μέλιος, στην παράκλησή του για βοήθεια, θα δει να τον προσπερνάνε η αδιαφορία, η συμφεροντολογία, η χρησιμοθηρία, ο κίνδυνος. Μαζί τους θα φέρουν ένα σωρό ετερόκλητα συναισθήματα: απορία, ανασφάλεια, φόβο. Αλλά και θαυμασμό για τον ανέλπιστα όμορφο «ανάποδο» κόσμο που απλώνεται στα μάτια του. Και μαζί ευδαιμονία, νοσταλγία, αγάπη.

Μια ιστορία βγαλμένη απ’ το μικρόκοσμο της φύσης, που κρύβει μέσα της συμπυκνωμένες ένα σωρό γλυκόπικρες αλήθειες: Αρκεί, μας λέει ο συγγραφέας, μια αναποδιά για να δεις με διαύγεια τον κόσμο γύρω σου μέσα από μια νέα οπτική, να μετρήσεις τις δυνάμεις σου, να κοιτάξεις με ειλικρίνεια μέσα σου, να δεις κατάματα τους φόβους και τις ανασφάλειές σου, να ανακαλύψεις φίλους κι εχθρούς, να εξερευνήσεις νέες δυνατότητες και καινούριες προοπτικές. Καμιά εμπειρία άλλωστε δεν είναι μονοσήμαντη: εκεί που ελλοχεύει ο κίνδυνος μπορεί να καραδοκεί κι η υπέρτατη ομορφιά, εκεί που φωλιάζει η απελπισία μπορεί να κρύβονται και τα πιο τρυφερά συναισθήματα.

Κανονικά ή ανάποδα ιδωμένη πάντως, η ομορφιά δεν έχει ανάγκη από μεγάλα λόγια για να αποτυπωθεί στο χαρτί. Με μια χούφτα λέξεις, χωρίς περιττά στολίδια, ο Θοδωρής Παπαϊωάννου δεν αφηγείται απλώς την περιπέτεια του Μέλιου αλλά και μεταδίδει συναισθήματα, γεμίζει χρώματα γη κι ουρανό, φτιάχνει πανέμορφες εικόνες – όπως εκείνο το χαμογελαστό πρόσωπο που σχηματίζει το φεγγάρι παρέα με δυο αστέρια ή η ευχή που υψώνεται σαν μπαλονάκι στον ουρανό. Ένας πανέμορφος κόσμος, μες στον οποίο ταξιδεύει με τόλμη και ευρηματική διάθεση η εικονογράφηση της Ίριδας Σαμαρτζή, ακολουθώντας κατά πόδας κι αναδεικνύοντας την «ανάποδη» οπτική του μικρού σκαθαριού, φέρνοντας πλάσματα της φύσης και φυτά στα δικά του μέτρα, εστιάζοντας στη λεπτομέρεια με την ένταση μεγεθυντικού φακού, χρωματίζοντας συναισθήματα και αποχαιρετώντας μας με μια ονειρική νυχτερινή φύση στο τελευταίο σαλόνι.

Κάπου εδώ σας αποχαιρετάω κι εγώ, γιατί ό,τι άλλο κι αν πω γι’ αυτή την υπέροχη ιστορία θα είναι σκέτος πλεονασμός. Απλώς διαβάστε τη!

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Το βιβλίο με τις άπειρες ιστορίες


Τι κάνεις όταν ένα παιδί που μόλις τέλειωσε την Α΄ Δημοτικού σού ξεφουρνίζει πρωί πρωί: «Μαμά, σκέφτηκα έναν τρόπο να μην τελειώνει ποτέ ένα βιβλίο! Κοίτα τι γίνεται: Είναι ένα βιβλίο που κάποιος λέει μια ιστορία. Αλλά στην ιστορία του μιλάει για κάποιον άλλο που αρχίζει να λέει κι αυτός μια ιστορία. Κι εκεί μέσα είναι κάποιος άλλος που λέει κι εκείνος μια δική του ιστορία. Μέσα σε κάθε ιστορία είναι μια άλλη ιστορία. Κι έτσι το βιβλίο δεν τελειώνει ποτέ. Γιατί οι ιστορίες είναι άπειρες!»;

Τι κάνεις λοιπόν;

Ενδύεσαι μήπως τον θεωρητικό σου μανδύα και περιγράφεις όσο πιο απλά γίνεται τι θα πει εγκιβωτισμός;

Θυμάσαι τις ενήλικες αναγνωστικές σου εμμονές και ξεφουρνίζεις ότι αυτό το βιβλίο με τις άπειρες ιστορίες θ’ άρεσε πολύ στον λατρεμένο σου Χόρχε Λουίς Μπόρχες;

Ανακαλείς νοσταλγικά τη νιότη σου και βάζεις αυτό το τραγουδάκι;



Αφήνεις να αναδυθεί ο άκρατος φορμαλισμός σου υποστηρίζοντας ότι, εκτός από άπειρες, οι ιστορίες, ακόμα κι αν μοιάζουν απελπιστικά μεταξύ τους, μπορεί και να είναι ειπωμένες με άπειρους τρόπους;

Εγώ λοιπόν δεν είπα τίποτα. Μόνο χαμογέλασα αμήχανα και σχολίασα ότι βρίσκω την ιδέα ενός τέτοιου βιβλίου φοβερή.

Ώρες μετά, ξανασκέφτομαι την  πρωινή μας κουβέντα και ξεφυλλίζω νοερά αυτό το βιβλίο με τις άπειρες ιστορίες. Υποψιάζομαι ότι, ιδωμένο μακριά από το χαρούμενο παιχνίδι ενός μικρού παιδιού, ίσως τελικά θα μπορούσε να συμβολίζει την απελπισμένη ανάγκη του άπληστου αναγνώστη να μην ξεμείνει ποτέ από πλοκές και χαρακτήρες, από γεγονότα κι αφηγήσεις. Ή και την επιθυμία του, περνώντας μέσα από πολλά διαφορετικά στρώματα ιστοριών, να καταδυθεί ως τις απώτατες αβύσσους τους, αναζητώντας την πιο καθαρή, την πιο μοναχική κι ιδανική μορφή τους.

Ούτε αυτές τις σκέψεις είναι εύκολο να τις μοιραστείς μ’ ένα παιδί εφτάμισι χρονών. Κι ας γνωρίζεις καλά ότι ένα κομμάτι της δικής σου αναγνωστικής ταυτότητας, αυτό που καταθέτεις δυο χρόνια τώρα εδώ μέσα, το οφείλεις αποκλειστικά σ’ αυτό το παιδί και στ’ αδερφάκι του. Όπως και πολλά, πολλά άλλα, είναι η αλήθεια.

 

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Αγαθή Δημητρούκα, Δομήνικος Θεοτοκόπουλος - Ελ Γκρέκο

Εικονογράφηση: Νικόλας Ανδρικόπουλος, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014 (από 7 ετών)

 


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος: ο μεγάλος αναγεννησιακός ζωγράφος που μοίρασε τη ζωή του σε τρεις χώρες (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία), διαμορφώνοντας μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική φυσιογνωμία και μένοντας γνωστός στους αιώνες με ένα όνομα που συμπυκνώνει όλη την προσωπική και καλλιτεχνική του διαδρομή: Ελ Γκρέκο, με το ισπανικό «Ελ» («Ο») και το ιταλικό «Γκρέκο» («Έλληνας») να δηλώνουν την ελληνική του καταγωγική αφετηρία.

Αφορμώμενη από την επέτειο των τετρακοσίων χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου αυτού ζωγράφου, η Αγαθή Δημητρούκα σε αυτό το καινούριο βιβλίο της τον ακολουθεί σε όλη τη διαδρομή του, από τα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη και τις πρώτες –βυζαντινές– επιρροές ως τις σπουδές στην Ιταλία και στη συνέχεια τη μετοίκιση στην Ισπανία – και πιο συγκεκριμένα στο χωνευτήρι των πολιτισμών, το Τολέδο. Παράλληλα, και με σταθερό της μότο την ποιητική φράση «Για πάντα, ποτέ!», επιχειρεί να φωτίσει πτυχές της ιδιαίτερης προσωπικότητας του μεγάλου Κρητικού άρρηκτα συνδεδεμένες με το καλλιτεχνικό του έργο, σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο επέδρασε ο Γκρέκο στη νεότερη τέχνη και προτρέπει τους νεαρούς της αναγνώστες να συλλογιστούν πάνω στη φύση του καλού και στη σχέση του με την καλλιτεχνική δημιουργία αλλά και με τη ζωή.

Άξιος συμπαραστάτης της ο Νικόλας Ανδρικόπουλος, ο οποίος βαδίζει εικαστικά πάνω στα χνάρια του Θεοτοκόπουλου εικονογραφώντας μορφές που αποτυπώνουν το κλίμα της εποχής του και αποδίδουν, χωρίς να φείδονται συναισθήματος, την πορεία του μεγάλου ζωγράφου από την παιδική του ηλικία ως τη νεκρική κλίνη. Συνδιαλεγόμενος διαρκώς με το έργο του Ελ Γκρέκο (ψηλόλιγνες φιγούρες, έντονα χρώματα), ο Ανδρικόπουλος κατορθώνει να συνταιριάξει με απόλυτη φυσικότητα και να ενσωματώσει στην εικονογράφησή του ατόφια έργα του Κρητικού ζωγράφου, εισάγοντας έτσι αβίαστα το παιδί αναγνώστη στην τεχνοτροπία του.

Μία ευτυχής σύμπραξη δύο σημαντικών δημιουργών, που πετυχαίνουν όχι απλώς να βιογραφήσουν αλλά να καταδυθούν στον πλούσιο συναισθηματικό κόσμο του ιδιοφυούς καλλιτέχνη, με μίτο το πολύχρωμο κουβάρι του πρωτοποριακού, ρηξικέλευθου για την εποχή του έργου του.

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Βασίλης Παπαθεοδώρου, Ιπτάμενες σελίδες

Εικονογράφηση: Πέτρος Μπουλούμπασης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011 (από 11 ετών)

 
 
 
Ένα μάτσο σελίδες εγκαταλείπουν ύστερα από μια αλυσίδα γεγονότων ένα βιβλίο και πλημμυρίζουν τον ουρανό της αυταρχικής, μίζερης, κλειστοφοβικής Νότιας Πανδυσίας. Οι σκόρπιες σελίδες θα φτάσουν σε πολλά διαφορετικά χέρια, νέων κυρίως ανθρώπων, βοηθώντας τους με τρόπο μαγικό να πιστέψουν σε μια διαφορετική ζωή, πέρα από κανόνες, υποχρεώσεις, αρρώστιες, φόβους, τεχνητές έχθρες και ανασφάλειες. Μόνο που η απόπειρά τους αυτή ν’ αλλάξουν τη ζωή τους θα συναντήσει τη βίαιη αντίδραση της εξουσίας, που θα επιδιώξει πάση θυσία να αποκρύψει από τους υποψιασμένους κατόχους των ιπτάμενων σελίδων την αλήθεια.

Με τις ιπτάμενες σελίδες του να λειτουργούν αφηγηματικά ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, ο Παπαθεοδώρου κινείται αβίαστα από το ατομικό επίπεδο της ζωής κάθε μεμονωμένου χαρακτήρα του στην κοινή, συλλογική προσπάθεια. Ας μην είναι όλοι οι ήρωές του ίδιοι, ας τους χωρίζουν πολλά, ας αποκαλυφθούν στην πορεία παθογένειες, αδυναμίες, εγκλωβισμός σε παγιωμένες συνήθειες κι αντιλήψεις. Εξάλλου η αλήθεια, όπως και η ζωή, δεν κινείται γραμμικά και προβλέψιμα, βρίσκει πολλούς, ακόμα και παράδοξους ή τυχαίους τρόπους για να αποκαλυφθεί. Γι' αυτό κι ευφυώς, νομίζω, ο συγγραφέας δίνει κομβικό ρόλο στην πλοκή του στον πιο παθητικό και κοινωνικά αδιάφορο ήρωα του βιβλίου του – ένα αγόρι βουλιμικό, που απεχθάνεται το διάβασμα, κι όμως, παρά τη θέλησή του, θα λειτουργήσει δύο φορές ως ο καταλύτης στην εξέλιξη της υπόθεσης. Άξιος συμπαραστάτης του, συνειδητός αυτός, ένα γηραιό όργανο της τάξης, που, κουρασμένο από συμβιβασμούς και παραχωρήσεις, αποφασίζει τελικά να κάνει την επανάστασή του.

Παράλληλα με τη δράση των προσώπων, σ’ ένα άλλο επίπεδο, ξεδιπλώνεται σελίδα με τη σελίδα ένα άγρια δυστοπικό σκηνικό –αυτό της Νότιας Πανδυσίας, σε μόνιμη κατάσταση έχθρας με τη Βόρεια–, μιας χώρας σε μικρογραφία, που -κατά τρόπο ειρωνικό- ίσα που φτάνει τα όρια μιας πόλης, με στρατηγούς που φέρουν τον βαθμό του λοχαγού και ηγέτες της εμβέλειας δημάρχου, με εθνικό ήρωα μισιακό με τους άσπονδους Βόρειους γείτονες. Ένα αυταρχικό καθεστώς που χειραγωγεί τα πλήθη με την προώθηση υλιστικών προτύπων, την παντελή έλλειψη πνευματικότητας, την ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων, την καλλιέργεια φόβου, τη διαστρέβλωση της ιστορίας και την αντικατάστασή της από μια άλλη, τεχνητή. Τόσο τεχνητή όσο κι η συντηρούμενη έχθρα με τη Βόρεια Πανδυσία, για λόγους που εξυπηρετούν αποκλειστικά και μόνο τα σχέδια των δύο καθεστώτων.

Η εικονογράφηση του Πέτρου Μπουλούμπαση, σκοτεινά υποβλητική και απέριττα υπαινικτική, δένει εξαιρετικά με αυτό το βιβλίο στο οποίο η αλήθεια –έστω και τσαλαπατημένη, κακοποιημένη, φιμωμένη, κρυμμένη, κατακερματισμένη, προσωρινά ηττημένη– είναι καταδικασμένη να λάμψει, μεταλλάσσοντας τη διχασμένη, θλιβερή, αφιλόξενη Πανδυσία σ’ αυτό που αληθινά της αξίζει να είναι – μια πανδαισία χρωμάτων, συναισθημάτων, εικόνων κι ονείρων.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Εύα Ιεροπούλου, Το παγκάκι που ήθελε να γίνει βάρκα

Εικόνες: Νίκη Λεωνίδου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2013 (από 7 ετών)

 
 


Τα αιώνια δράματα της ζωής: Ένα παγκάκι δεν είναι ευτυχισμένο με τον εαυτό του και το έργο που επιτελεί, και θέλει να γίνει βάρκα. Κατορθώνει με κάποιον τρόπο να βουτήξει στη θάλασσα και, φυσικά, πάει άπατο. Μες στης θάλασσας τα βάθη θα γνωρίσει αρχικά την απαξίωση. Στην πορεία βέβαια θα ανακαλύψει ότι ακόμα και στο βυθό μπορεί να φανεί χρήσιμο, κατανοώντας επιτέλους αυτό που δεν του είχε καν περάσει απ’ το μυαλό όσο βρισκόταν στη φυσική του θέση: πόσο υπέροχο είναι να χτίζονται πάνω σου φιλίες, αγάπες, ζεστές ανθρώπινες σχέσεις, που σε ακολουθούν για μια ζωή.

Όταν δεν είμαστε ευχαριστημένοι και συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας, λέει η ιστορία της Εύας Ιεροπούλου, συχνά οδηγούμαστε να κυνηγήσουμε στόχους που δεν μπορούν να υλοποιηθούν γιατί πάσχουν από παντελή έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα. Αν ωστόσο το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, το ταξίδι στ’ όνειρο, ακόμα κι αν δε σε πάει εκεί ακριβώς που φανταζόσουν, πάντα έχει κάτι καινούριο κι εποικοδομητικό να σου προσφέρει, επιτρέποντάς σου ταυτόχρονα να ανακαλύψεις και να αξιοποιήσεις ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη τις πραγματικές σου δυνατότητες και κλίσεις.

Ρέουσα αφήγηση, ζωηροί διάλογοι κι εκφραστική εικονογράφηση από τη Νίκη Λεωνίδου συνοδεύουν το παγκάκι μας στην πορεία του προς την αυτογνωσία και την προσωπική συμφιλίωση.

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Βούλα Μάστορη, Γιαγιά στο ψυγείο

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Ψυχογιός, Αθήνα 2013 (από 7 ετών)

 


Δυο ζωηροί πιτσιρικάδες, φοβούμενοι ότι η γιαγιά τους θα «ξεραθεί», όπως όλες οι γιαγιάδες, πασχίζουν να βρουν τρόπο να την κρατήσουν φρέσκια και δροσερή: την «ενυδατώνουν» με τον δικό τους τρόπο, προσπαθούν να κατασκευάσουν ένα νέο τύπο αντιγηραντικής κρέμας για να την πασαλείψουν ολόκληρη, τελικά αποφασίζουν να τη βάλουν σε ψυγείο. Ναι, αλλά σε τι ψυγείο…

Μια ευρηματική ιστορία για το πώς βλέπουν τα παιδιά το γήρας και τη συνακόλουθη φθορά του. Ισορροπώντας έξυπνα ανάμεσα στην τρυφερότητα και στο χιούμορ, η συγγραφέας βυθίζεται χωρίς ταμπού στον κόσμο της παιδικής φαντασίας και του παιχνιδιού ψηλαφώντας φόβους και ανασφάλειες και μιλώντας στους μικρούς της αναγνώστες για το αναπότρεπτο πέρασμα του χρόνου, που, μαζί τις ρυτίδες της ηλικίας, μας φιλοδωρεί και με συναισθήματα, εμπειρίες και ρόλους που δε θα μπορούσε ποτέ να μας χαρίσει η αιώνια νεότητα. Ταυτόχρονα, αξιοποιώντας τους αφελείς παραλληλισμούς και τις παρανοήσεις των δυο παιδιών, φωτίζει από μια ξεκαρδιστική, σαρκαστική οπτική τις συνταγές «αιώνιας ομορφιάς» και τη ματαιότητά τους.
 
Ένα χαριτωμένα ευαίσθητο κι απροσποίητα ειλικρινές βιβλίο, ιδανικό για ανήσυχα εγγονάκια αλλά και γι’ ανασφαλείς γιαγιάδες. Εικονογραφημένο υπέροχα, όπως πάντα, από την Ίριδα Σαμαρτζή.

 

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Το απίστευτο σχέδιο της Μυρτώς και του Περικλή!

Εικονογράφηση: Πέτρος Χριστούλιας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 8 ετών)

 


Δυο δίδυμα αδέρφια, η Μυρτώ κι ο Περικλής, καταστρώνουν ένα παράτολμο σχέδιο για να αντιμετωπίσουν τη μάγισσα Λεφτού, μια άπληστη, βαθύπλουτη γυναίκα που έχει επιβάλει την κυριαρχία της στην πόλη τους, απομυζώντας οικονομικά τους κατοίκους της, στερώντας τους από κάθε είδους πνευματική καλλιέργεια και μετατρέποντάς τους σε σκλάβους της. Στην προσπάθειά τους αυτή, τα δυο παιδιά θα βρουν συμμάχους πλάσματα από τον κόσμο της φαντασίας και του παραμυθιού, αλλά και κάποιους από εκείνους που, είτε από αδυναμία είτε από φόβο, υπηρετούσαν επί χρόνια πιστά την κακιά μάγισσα, υφιστάμενοι και οι ίδιοι την απάνθρωπη μεταχείρισή της.

Μια ιστορία φαντασίας με άφθονες αναφορές στην τρέχουσα πραγματικότητα, στην οποία αντιπαρατίθενται δυο εκ διαμέτρου αντίθετοι κόσμοι: εκείνος της μοχθηρής μάγισσας, ένας κόσμος χωρίς ίχνος πνευματικότητας και ευαισθησίας, που λατρεύει το χρήμα και το κέρδος με κάθε τίμημα, και εκείνος των δυο παιδιών, όπου βασιλεύει η φαντασία, η αγάπη για την τέχνη και η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Στο εγχείρημά της, η συγγραφέας αποπειράται να συνδυάσει δράση και φαντασία, με την πλάστιγγα να γέρνει τελικά μάλλον προς την πλευρά της δεύτερης. Η γλώσσα σε αρκετά σημεία, όπως συνήθως συμβαίνει στα βιβλία της Αλ. Μητσιάλη, δε φείδεται ποιητικότητας, την ίδια ώρα που τα τραγούδια τα οποία εμφανίζονται σχεδόν σε κάθε κεφάλαιο χαρίζουν στο βιβλίο ζωντάνια και ρυθμό. Σπαρταριστή η περιγραφή της μάγισσας, μιας καρικατούρας βγαλμένης κατευθείαν από lifestyle εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης, που εύλογα κάνει τον αναγνώστη –μικρό ή μεγάλο– να αναρωτηθεί αν οι ρίζες της σημερινής κρίσης είναι μόνο οικονομικές ή και αξιακές-πνευματικές.

Όσο πάντως απίστευτο κι αν φαντάζει το σχέδιο των δυο παιδιών, φτάνοντας στο φινάλε του βιβλίου, έμεινα με την εντύπωση πως η πραγματοποίησή του υπήρξε και απίστευτα εύκολη. Ίσως σ’ αυτό να βοήθησε η άφθονη συνδρομή της μαγείας των παραμυθιών κι η αστείρευτη θέληση των δύο αδερφιών. Ωστόσο νομίζω ότι καταλυτική για την εξέλιξη αυτή υπήρξε η σταδιακή συνειδητοποίηση, βήμα με το βήμα, σελίδα με τη σελίδα, ότι ο παρανοϊκός κόσμος της μάγισσας Λεφτούς είναι σαθρός, χάρτινος, ένας κόσμος βαθιάς μοναξιάς, στηριγμένος στο φόβο και την ατολμία εκείνων που την υπηρετούν. Αυτών που τελικά, όταν την εγκαταλείπουν, γέρνουν αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ των δυο παιδιών και των φίλων τους. Απίστευτο;

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Αντρέας Σταϊνχέφελ, Ρίκο και Όσκαρ - Το μυστήριο του ριγκατόνι

Εικονογράφηση: Πέτερ Σέσοβ, μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2013 (από 10 ετών)

 



Ένα αταίριαστο δίδυμο: ο μεγάλος Ρίκο, η ιδιομορφυΐα, κι ο μικρούλης Όσκαρ, η ιδιοφυΐα. Θα γνωριστούν τυχαία σ’ ένα καλοκαιριάτικο Βερολίνο που το σκιάζει ο φόβος από μια σειρά απαγωγών μικρών παιδιών. Η αλλόκοτη σχέση τους, πριν καλά καλά θεμελιωθεί, θα πέσει στα βαθιά και θα δοκιμαστεί από μια περιπέτεια που θα τους οδηγήσει μέσα από διαμετρικά αντίθετους δρόμους στη λύση ενός μεγάλου μυστηρίου. Κι αν μια ιδιοφυΐα, ένα παιδί που το μυαλό του τρέχει με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, χρησιμοποιεί αρκετά παράτολμες αν και λογικά ορθές μεθόδους στη λύση μυστηρίων, μην περιμένετε το ίδιο από μια ιδιομορφυΐα, ένα παιδί με μυαλό που κινείται κάπως πιο αργά απ’ το κανονικό. Βέβαια, όπως αποδεικνύεται στο φινάλε του βιβλίου, κάποιες φορές, είτε ακολουθήσεις όλα τα σωστά είτε όλα τα λάθος συμπεράσματα, είσαι καταδικασμένος να οδηγηθείς στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα. Αρκεί ν’ αφουγκραστείς την καρδιά σου και να βρεις ακόμα και σ’ ανθρώπους πολύ διαφορετικούς από σένα εκείνον που λειτουργεί ιδανικά ως συμπλήρωμά σου.

Η επιλογή του Ρίκο ως αφηγητή της ιστορίας από τον Α. Σταϊχένφελ αναπόφευκτα μου έφερε στο νου έναν άλλο λογοτεχνικό ήρωα, τον Κρίστοφερ, το παιδί με σύνδρομο Άσπεργκερ που αφηγείται μοναδικά το αγαπημένο μου Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα του Μαρκ Χάντον. Ο Ρίκο βέβαια είναι ένας πολύ διαφορετικός χαρακτήρας, με ολόδική του φωνή, αυθόρμητη, πηγαία, κάποτε αφελή κι ανορθόδοξη, αλλά ικανή να αποτυπώσει ανάγλυφα τον χαρακτήρα και τις σκέψεις του, την καθημερινότητά του στη λαϊκή πολυκατοικία όπου ζει με τη μητέρα του, το ανυπόληπτο επάγγελμα και τις δυσκολίες αυτής της τελευταίας, την απουσία ενός πατέρα, την κάποτε λειψή μα και κοφτερή, σαν μέσα από σπασμένο τζάμι, ματιά του σε έναν σκληρό κόσμο παραμέλησης και μοναξιάς. Το αβίαστο χιούμορ, η παιδική αφέλεια και η ωμή ειλικρίνειά του χαρίζουν στο κείμενο μια ανθρωπιά και αυθεντικότητα που θα αιχμαλωτίσουν τον αναγνώστη, την ώρα που ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο ο Ρίκο διαβάζει τον κόσμο υπογραμμίζεται από τα πλαίσια –διάσπαρτα στο κείμενο– όπου η ιδιομορφυΐα μας κλείνει τις απόπειρές της να εξηγήσει δύσκολες λέξεις και έννοιες με έναν απολύτως προσωπικό και, συχνά, ξεκαρδιστικό τρόπο.

Κι αν απορείτε πώς ένα παιδί με μαθησιακές κι αναπτυξιακές δυσκολίες καταλήγει μπροστά σ’ έναν υπολογιστή να γράφει ολόκληρο μυθιστόρημα, να σας πω ότι όλο αυτό δεν είναι παρά μόνο το ημερολόγιο που του έχει αναθέσει να κρατάει εν είδει εργασίας ο δάσκαλός του στο ειδικό σχολείο που πηγαίνει, με την αυστηρή μάλιστα σύσταση να μην εκτρέπεται σε φλυαρίες και αναφορές σε άσχετα γεγονότα. Δεν είμαι σίγουρη αν τελικά ο αφηγητής μας ακολουθεί με συνέπεια τις οδηγίες του δασκάλου του. Αλλά, παρακολουθώντας τον σελίδα με τη σελίδα να αρθρώνει την ιστορία του, αναπόφευκτα αναρωτήθηκα τι άλλο είναι η αφήγηση αν όχι η τέχνη του περιττού, του αφανούς, αυτού που αναπάντεχα εμφανίζεται εκεί που δεν το σπέρνουν. Και ευχήθηκα να ήμουν ξανά δέκα χρονών, με όλο τον χρόνο του κόσμου δικό μου, και να απολάμβανα χωρίς θεωρητικές διαμεσολαβήσεις αυτό το υπέροχο βιβλίο, που ήδη αδημονεί να δώσει τη σκυτάλη της ανάγνωσης στα δυο επόμενα της σειράς, τα οποία κυκλοφορούν εδώ και λίγο καιρό από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.  

 
Στην ίδια σειρά κυκλοφορούν:
Η συμμορία του μπίνγκο
Το αίνιγμα της πέτρας

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Caryl Hart - Sarah Warburton, Η Πριγκίπισσα και τα Μπιζέλια

Απόδοση: Αντώνης Παπαθεοδούλου, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014 (από 4 ετών)

 
 
 
 
Να σας πω ότι απεχθάνομαι τα βιβλία με ροζ εξώφυλλο. Κι ότι ακόμα περισσότερο μισώ τα ροζ βιβλία για πριγκίπισσες. Μόνο που το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα, αν και ροζ, αν και «πριγκιπικού» περιεχομένου, στο εσωτερικό του υπονομεύει ανελέητα την πρώτη εντύπωση που προξενεί το φανταχτερό και άκρως απατηλό περιτύλιγμα-εξώφυλλό του.
Η υπόθεση με δυο λόγια: Η ηρωίδα Λίλι-Ρόουζ Μέι ζει σ’ ένα σπίτι στο δάσος παρέα με τον μπαμπά της – πρώτη ανατροπή: μια μονογονεϊκή οικογένεια αποτελούμενη από μια κόρη κι έναν μπαμπά που καταρρίπτει κάθε στερεότυπο γύρω από τους ρόλους των φύλων. Η μικρή απεχθάνεται τα μπιζέλια όσο κι εγώ τα ροζ βιβλία για πριγκίπισσες – ίσως και λίγο περισσότερο. Ο μπαμπάς, ανήσυχος, σπεύδει να συμβουλευτεί το γιατρό, κι εκείνος, αντί να αναζητήσει τη λύση στα ιατρικά του βιβλία, επιλέγει μια πιο λογοτεχνική προσέγγιση στο πρόβλημα της μικρής, παραπέμποντας στο γνωστό παραμύθι της πριγκίπισσας με το μπιζέλι και προτείνοντας ως θεραπεία την εσπευσμένη μεταφορά της ασθενούς σε παλάτι. Κι είναι εκεί ακριβώς που η Λίλι-Ρόουζ θα αντιληφθεί ότι το να τρως μπιζέλια δεν είναι το μεγαλύτερο βάσανο που μπορεί να σου τύχει σε τούτη τη ζωή, αφού πίσω απ’ το ροζ περιτύλιγμα της πριγκιπικής καθημερινότητας κρύβονται τόνοι ψευτιάς, υποκρισίας, ανίας,  κούρασης και… λαχανόσουπας!  
Οι Caryl Hart και Sarah Warburton αφορμώνται με ιδιαίτερα εμπνευσμένο τρόπο από το γνωστό κλασικό παραμύθι για να διηγηθούν μια ιστορία όχι μόνο για την υγιεινή διατροφή, αλλά και για τη ματαιοδοξία του πλούτου και της εξουσίας, και τη μοναδικότητα της σχέσης του παιδιού με το γονιό του, μιας σχέσης που ούτε αγοράζεται ούτε πουλιέται. Το χαριτωμένο ομοιοκατάληκτο κείμενο και η ζωηρόχρωμη, κεφάτη εικονογράφηση –με μοναδική (υπονομευτική) εξαίρεση τα δύο σαλόνια που αφιερώνονται στο κλασικό παραμύθι, όπου οι εικόνες παραμένουν άτονες χρωματικά (σχεδόν ασπρόμαυρες) και η γραμματοσειρά που επιλέγεται είναι αρκετά πιο «βαριά» και «επίσημη» σε σύγκριση με εκείνη του υπόλοιπου κειμένου– θα χαρίσουν αβίαστο γέλιο στους μικρούς αναγνώστες, βοηθώντας τους να αναθεωρήσουν διατροφικές συνήθειες και λοιπές αξίες και ακονίζοντας το κριτικό τους πνεύμα απέναντι στα, συχνά παρωχημένα, πρότυπα των κλασικών παραμυθιών.