Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Γιώτα Αλεξάνδρου, Χάρης και Φάρις

Εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού, Βιβλιόφωνο, Αθήνα 2013 (από 7 ετών)



O Χάρης, ο αφηγητής της ιστορίας, στην καθημερινή διαδρομή του προς το σχολείο του ζει με τη φαντασία του συναρπαστικές περιπέτειες, μετασχηματίζοντας μέσα από τα παιχνίδια του την πραγματικότητα σε παραμυθένιο τοπίο. Ένα πρωινό θα προσέξει κάτω από ένα γεφυράκι ένα ανθρώπινο κουβάρι. Είναι ο Φάρις, ένα μικρό προσφυγάκι που έχει βρει στέγη εκεί. Ο Χάρης θα τον πλησιάσει, θα αναζητήσει σημεία επαφής παρακάμπτοντας το εμπόδιο της γλώσσας, θα τον βοηθήσει και, παρά τις δυσκολίες, τους δισταγμούς και τις μουρμούρες του κοντινού ή ευρύτερου περιβάλλοντός του, και με τη συνδρομή του ανοιχτόμυαλου Αιγυπτιώτη δασκάλου του, θα συμβάλει στην ομαλοποίηση της ζωής του ξένου παιδιού και στην ένταξή του στο τοπικό σχολείο.

Η συγγραφέας ήδη από τον τίτλο (Χάρης-Φάρις) υποδηλώνει ότι, αν δυο ονόματα τόσο διαφορετικής γλωσσικής προέλευσης ακούγονται τόσο παρόμοια, τότε σίγουρα παρόμοιοι θα είναι και οι ιδιοκτήτες τους. Πράγματι, Χάρης και Φάρις δε δυσκολεύονται να γίνουν φίλοι, και σ’ αυτό κομβικός είναι ο ρόλος που παίζει το παιχνίδι: Η συγγραφέας, βάζοντας τον ήρωά της τον Χάρη να ανακαλύπτει τον Φάρις στη διάρκεια και μέσω του φανταστικού παιχνιδιού του, του επιτρέπει να προσεγγίσει το πρόβλημα του μικρού πρόσφυγα χωρίς μελοδραματισμούς, μέσα από κώδικες επικοινωνίας πολύ διαφορετικούς από εκείνους των μεγάλων, να βρει κοινές αναφορές και ενδιαφέροντα με τον Φάρις και να αποκτήσει μια κάποια εικόνα για την παλιά ζωή του. Στο δεύτερο, πάλι, μισό του βιβλίου, η ενσωμάτωση πια του Φάρις στην πολυπολιτισμική τάξη του Χάρη τονίζεται από ένα δεύτερο συγγραφικό εύρημα, που αφορά την πολύχρωμη γιορτή της μικρής Ινδής συμμαθήτριας των δυο αγοριών, όπου παιδιά διαφορετικής καταγωγής πασαλείβονται τρισευτυχισμένα με τα χρώματα της άνοιξης, καταργώντας μέσα από τη ζωηρή πολυχρωμία τους κάθε διάκριση συναφή με το χρώμα του δέρματός τους.

Κείμενο προσεγμένο, γραμμένο με ευαισθησία και μικρές, αποφορτιστικές δόσεις χιούμορ, από τη σκοπιά του παιδιού αφηγητή. Κάποιες δυσάρεστες αλήθειες λέγονται (π.χ., η άτολμη, φοβική στάση του μπαμπά), κάποιες άλλες (η πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν συχνά οι πρόσφυγες στη χώρα μας) μένουν στη σκιά. Η εικονογράφηση της Κατερίνας Χαδουλού, γεμάτη αθώα παιδικά πρόσωπα όλων των χρωμάτων, υπηρετεί με συνέπεια τις προθέσεις μιας ιστορίας που παρουσιάζει μια αρκετά ιδανική εκδοχή της πραγματικότητας, μ’ ένα πολυπολιτισμικό σχολείο, έναν ανοιχτόμυαλο δάσκαλο, μια κοινωνία που, παρά τις μεμονωμένες παραφωνίες, εντέλει, και μάλιστα με μεγάλη ταχύτητα, λειτουργεί υποστηρικτικά για τον Φάρις. Έστω πάντως κι αν ο κόσμος του Χάρη απέχει από τη δική του πραγματικότητα, το παιδί αναγνώστης έρχεται πλησιέστερα στο δράμα των ομηλίκων του προσφύγων, συνειδητοποιώντας ότι και το ίδιο μπορεί να συμβάλει με το δικό του -έστω μικρό- τρόπο στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους και στην ομαλή ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία μας.
[Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν τέσσερις ενότητες με καλημέρες σε εφτά γλώσσες και παιχνίδια από έξι διαφορετικές χώρες, προτάσεις για εκπαιδευτικούς και ένα κείμενο για τα ασυνόδευτα παιδιά από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Λίνα Μουσιώνη, Η νεράιδα μαγείρισσα

Εικόνες: Ζωή Λούρα, σειρά "Μικρές καληνύχτες", Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2013 (από 6 ετών)



Θυμάστε κάτι παλιές ιστορίες από καιρούς μακρινούς που οι νεράιδες έβγαιναν από ρυάκια και πηγές ξεμυαλίζοντας καλόβολα παλικάρια, κλέβοντάς τους τη μιλιά, απομακρύνοντάς τους από γονείς και φίλους, γενικά κάνοντάς τους τη ζωή μαντάρα; Λοιπόν, αυτά που ξέρατε ξεχάστε τα: Η νεράιδα μαγείρισσα για την οποία μιλάει το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα τινάζει στον αέρα κάθε νεραϊδοπαράδοση και αξία, πάει κόντρα στο θέλημα της βασίλισσάς της, αρνείται τη διαδοχή στη βασιλεία του δάσους, κι όλα αυτά για χάρη του έρωτα!

Ανατρεπτικό; Απίστευτο; Ή μήπως αγρίως οπισθοδρομικό – γιατί, εδώ που τα λέμε, τι σόι ανεξάρτητη γυναίκα είναι αυτή που εγκαταλείπει μια πολλά υποσχόμενη βασιλική καριέρα για να γίνει καλή σύζυγος; Φεμινίστριες όλου του κόσμου, ηρεμήστε! Ο έρωτας στον οποίο παραδίνεται η νεράιδα μας είναι ακριβώς αυτή η απελευθερωτική δύναμη που της ανοίγει νέους ορίζοντες, που τη βοηθάει να μορφωθεί, να αναζητήσει νέες γνώσεις και ενδιαφέροντα, να κοιτάξει μέσα της, να ανακαλύψει νέα ταλέντα και δυνάμεις, μακριά από τον μάλλον διακοσμητικό ρόλο της βασίλισσας του δάσους –κάτι σαν νικήτριας καλλιστείων– που της χαρίζεται στα καλά του καθουμένου από τη βασίλισσά της.

Η μικρή φόρμα που χαρακτηρίζει τις «Μικρές καληνύχτες» επιτρέπει στη Λίνα Μουσιώνη να μας δείξει ένα διαφορετικό συγγραφικό πρόσωπο από εκείνο των δυο πρώτων της βιβλίων. Χωρίς ευφάνταστα ονόματα, ζωηρά επίθετα και λογοπαίγνια, το λιτό, σφιχτό κείμενό της, δίχως να εκβιάζει, κατορθώνει να παίξει δημιουργικά με την παράδοση, συνδυάζοντας ανατρεπτική διάθεση και ατμοσφαιρικότητα, συναίσθημα και χιούμορ.

Η Ζωή Λούρα μάς χαρίζει μια ονειρική, έντονα υποβλητική εικονογράφηση, η οποία μας πάει κατευθείαν στην καρδιά του δάσους όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Αυτό ωστόσο που αισθάνομαι ότι δεν αποτυπώνουν οι εικόνες της είναι τα χιουμοριστικά στοιχεία του κειμένου, καθώς και η παιγνιώδης, ανατρεπτική του διάθεση, που παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής.  

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Αντώνης Δημητρακόπουλος, Δροσοσταλίδα

Εικονογράφηση: Έρση Σπαθοπούλου, Ίκαρος, Αθήνα 2012 (από 4 ετών)

 

 
Μια ποιητική ιστορία περιπλάνησης, εσωτερικής αναζήτησης και πορείας προς την αυτογνωσία: Μια μικρή ψιχάλα χορεύει στα σύννεφα, ταξιδεύει στη χώρα της βροχής, περιπλανιέται στους αιθέρες, αναπαύεται πάνω σε φυλλαράκια και μπουκάλια που ταξιδεύουν στα νερά, παίζει με κύματα και αφρούς, κι ωστόσο, αν και αιώνια, παντοτινή, άφθαρτη, δεν ξέρει ποια είναι, πώς τη λένε. Μόνο όταν βρει απάντηση στο ερώτημά της θα κατανοήσει και το λόγο του αέναου ταξιδιού της στον κόσμο και στο χρόνο.
 
Το βιβλίο του Αντώνη Δημητρακόπουλου είναι μια βουτιά στην ομορφιά της ζωής. Άλλοτε κυνηγώντας την ηρωίδα του στην απεραντοσύνη του ουρανού, στο πλήθος των νεροσταγόνων ή στην αχανή θάλασσα, κι άλλοτε ζουμάροντας σε μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια, όπως μια σταγονίτσα σκαλωμένη στο φελλό ενός μπουκαλιού, ο συγγραφέας πετυχαίνει να μας χαρίσει ένα βιβλίο γεμάτο κίνηση, ρυθμό, χρώματα, εικόνες, εναλλασσόμενα συναισθήματα. Η απλότητα και φυσικότητα της γλώσσας, που σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με την απλοϊκότητα ή τη διδαχή, του επιτρέπει να δώσει ποιητική διάσταση σε φαινομενικά άχαρα τεχνικά ζητήματα (ο αέναος κύκλος του νερού, η εξάτμισή του), ξεφεύγοντας από την πεζότητα λογικών ερμηνειών και εξηγήσεων. Όσο για την επανερχόμενη ερώτηση της δροσοσταλίδας του, λειτουργεί ως σταθερό αφηγηματικό μοτίβο που δίνει υπόσταση και βάθος στην περιπλάνησή της, κλιμακώνοντας ταυτόχρονα την αγωνία του αναγνώστη ως το αποκαλυπτικό τέλος.
 
Η Έρση Σπαθοπούλου εικονογραφεί εμπνευσμένα την ηρωίδα του βιβλίου, δίνοντάς της μια διάφανη υδάτινη νεραϊδένια μορφή, κάποιες φορές κατορθώνοντας να αιχμαλωτίσει στην εικόνα την αέναη κίνησή της και παίζοντας με τα χρώματα και τους τόνους, ανάλογα με την ώρα, το περιβάλλον, ακόμα και τη διάθεση.
 
Για να είμαι ειλικρινής, αυτό το βιβλίο θα 'θελα πολύ να το δω να ζωντανεύει σε ταινία κινουμένων σχεδίων. Όπως κι ένα ακόμα παραμύθι που έγραψε ο Αντώνης Δημητρακόπουλος, μια ερωτική ιστορία που διαδραματίζεται σε μια τυπωμένη σελίδα και που είναι σίγουρο πως, άπαξ και το διαβάσετε, θα σας κάνει να δείτε με πολύ διαφορετικό τρόπο οποιοδήποτε κείμενο πέσει στα χέρια σας!
 
Απολαύστε τη μικρή ιστορία αγάπης μιας τελείας κι ενός κόμματος στο βίντεο που ακολουθεί, ντυμένη με τη μουσική του Philip Glass:
 
 
 

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Ελένη Μπακογεώργου, Η ισχυρή μύτη του Νέστορα Ασημομύτη

Εικονογράφηση: Ελίζα Βαβούρη, Συλλογή Σπουργιτάκια, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 6 ετών)

 
 
Ο Νέστορας Ασημομύτης είναι ένας γηραιός τυφλοπόντικας που ζει σ’ ένα υπόγειο διαμέρισμα στην Αθήνα και φημίζεται για την ικανότητά του να λύνει μυστήρια. Με μεγάλη πείρα ζωής και σοφία, εξ ου και το όνομα Νέστορας, αλλά και κουβαλώντας τη μάλλον ανυπόστατη φήμη ότι η εξαιρετικά ευαίσθητη μύτη του τον οδηγεί στην επίλυση δύσκολων υποθέσεων, εξ ου και Ασημομύτης, το τετραπέρατο τρωκτικό καταπιάνεται στο πρώτο αυτό βιβλίο της Ελένης Μπακογεώργου με τρία διαφορετικά μυστήρια: με την απώλεια ενός εμβληματικού σκήπτρου, με την εμφάνιση κάτι αλλόκοτων κόκκινων πυγολαμπίδων σε μια παιδική κατασκήνωση και με την αποκάλυψη του συστατικού που κάνει καυτερά τα ραπανάκια.
Οι λύσεις που θα δοθούν στα μυστήρια είναι αναπάντεχες, όπως και οι μάλλον ανορθόδοξες μέθοδοι του κύριου Νέστορα. Ο ήρωάς μας έχει τον τρόπο να μας εκπλήσσει, όπως και η δημιουργός του, για την οποία το κάθε μυστήριο είναι ουσιαστικά το πρόσχημα για να μιλήσει για άλλα, μεγάλα «μυστήρια» της ζωής: όπως τα αισθήματα ευγνωμοσύνης για μια καλή σου πράξη, που τα βρίσκεις μπροστά σου με τη μορφή ανταπόδοσης σε μια δύσκολη στιγμή· ή το παρελθόν, ιδωμένο μέσα από το πρίσμα του παρόντος· τη σχέση μαθητείας ανάμεσα στο δάσκαλο και στον μαθητευόμενό του· και την αγάπη, που είναι το αλατοπίπερο της ζωής. Οι αναδρομές στο παρελθόν, κυρίως στην προαιώνια έχθρα τυφλοποντίκων και αρουραίων και σε προσωπικές αναμνήσεις του κεντρικού ήρωα, αποτελούν το έδαφος στο οποίο φύονται τα μυστήρια που καλούνται να λύσουν ο κύριος Νέστορας και ο νεαρός βοηθός του, ενώ παράλληλα προσδίδουν χαρακτήρα ενότητας και συνέχειας στις τρεις ιστορίες.
Είναι αλήθεια πως οι ιδιότυπες μέθοδοι του ποντικοανιχνευτή μας ίσως να ξενίσουν σε ένα δυο σημεία της πρώτης ιστορίας τους μικρούς αναγνώστες. Στη δεύτερη και στην τρίτη πάντως τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους μέσα από μια αβίαστη, ευχάριστη αφήγηση, που δένει αρμονικά με τη χαριτωμένη, εκφραστική εικονογράφηση της Ελίζας Βαβούρη, η οποία με πειστικό τρόπο δίνει μορφή στον ήρωα και υπόσταση στον κόσμο του.   
 

 

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

Ιωάννα Μπουλντούμη, Οι περιπέτειες του επιθεωρητή Σέλοκ του σέλινου (από 9 ετών)

  • Στα πράσα! Εικονογράφηση: Χρήστος Δήμος, Ψυχογιός, Αθήνα 2011

  • Μυστήριο στο Υπουργείο Εθνικής Βιταμίνης, Εικονογράφηση Χρήστος Δήμος, Ψυχογιός, Αθήνα 2012




Ένας αλλιώτικος μικρόκοσμος ζει κι ανασαίνει κάτω απ’ τη μύτη μας στο ψυγείο, στα ντουλάπια, στα ράφια και στον πάγκο της κουζίνας: ανομολόγητα πάθη, παράφορα εγκλήματα, σατανικοί δολοφόνοι και δυσεπίλυτα μυστήρια, που καλείται να λύσει ο Σέλοκ το Σέλινο, ένας δαιμόνιος ντετέκτιβ με κάτι από Σέρλοκ Χολμς στο όνομα και στην εμφάνιση. Μαγειρικά σκεύη, λαχανικά, τυριά, ψωμιά, κάθε λογής υλικό ή φαγητό που κατοικοεδρεύει στην κουζίνα μετατρέπονται αίφνης από άψυχα αντικείμενα σε θύματα, θύτες, αστυνομικά όργανα, αυτόπτες μάρτυρες κ.ο.κ., άλλοτε προκαλώντας γέλιο κι άλλοτε εξάπτοντας την περιέργεια, άλλοτε επιτείνοντας κι άλλοτε οδηγώντας στη λύση το μυστήριο. Όσο για τη φύση των υποθέσεων; Δολοφονίες αθώων μπαγκετών, δολιοφθορές σε γαμήλια γλυκά, επιθέσεις κατά της υγιεινής διατροφής και έπεται –φαντάζομαι– συνέχεια.

Πάντως στα δυο –για την ώρα– βιβλία με τις περιπέτειες του επιθεωρητή Σέλοκ η Ιωάννα Μπουλντούμη δε δείχνει απλώς τη διάθεση να παρωδήσει ή να προσαρμόσει επί το παιδικότερο τη φόρμα της αστυνομικής ιστορίας. Επιχειρεί κάτι πολύ δυσκολότερο: να χτίσει με συνέπεια έναν ολόκληρο κόσμο, συμπαγή και ολοκληρωμένο. Το βασικό της εργαλείο σε αυτό το εγχείρημα είναι η γλώσσα, και κυρίως η εκτεταμένη χρήση λογοπαιγνίων. Να πω σε αυτό το σημείο ότι το λογοπαίγνιο, και ειδικά η κατάχρησή του, η μετατροπή του σε αυτοσκοπό, μπορεί να λειτουργήσει καταστροφικά για ένα κείμενο. Γι’ αυτό και στη χρήση του απαιτείται όχι μόνο μεγάλη προσοχή αλλά και συνέπεια. Κάτι που φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά η συγγραφέας, αφού, με αναφορά τις περισσότερες φορές τη μαγειρική και τον κόσμο της κουζίνας, μέσα από τα λογοπαίγνιά της, τις «πειραγμένες» παροιμίες της ή τους ήρωες με ονομασία προέλευσης και ντοπιολαλιά, δε χαρίζει απλώς γέλιο, αλλά και διευρύνει νοήματα, προκαλεί απρόσμενους συνειρμούς, χτίζει χαρακτήρες, συνθέτει και μαζί προεκτείνει τον ίδιο τον κόσμο της.

Το πρώτο βιβλίο της σειράς, με τον τίτλο Στα πράσα!, εξιστορεί δύο περιπέτειες του Σέλοκ, από τις οποίες η πρώτη και αισθητά μικρότερη λειτουργεί μάλλον ως ένα είδος εισαγωγής στον κόσμο του δαιμόνιου σέλινου. Η δεύτερη, πιο εκτεταμένη και χορταστική, μας βάζει για τα καλά στο κλίμα. Παρότι το σπάσιμο σε δύο, και μάλιστα διαφορετικού μεγέθους, ιστορίες, κατά τη γνώμη μου, αποδυναμώνει το ρυθμό, ο βασικός στόχος της συγγραφέα, η αβίαστη εισαγωγή του αναγνώστη σε έναν συμπαγή κόσμο δουλεμένο με εξαντλητική φροντίδα και έμφαση στη λεπτομέρεια, επιτυγχάνεται, την ίδια ώρα που οι αναπάντεχες λύσεις οι οποίες δίνονται στις δυο υποθέσεις κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον.



Πιο απελευθερωμένη στο δεύτερο βιβλίο, στο Μυστήριο στο Υπουργείο Εθνικής Βιταμίνης, η Μπουλντούμη κινείται με χαρακτηριστική άνεση και εξοικείωση ανάμεσα σε ζαρζαβατικά και μια τεράστια γκάμα κουζινικών σκευών και μαγειρικών εδεσμάτων, χαρίζοντάς μας μια απολαυστική ιστορία που κατορθώνει να συνδυάσει νουάρ και υγιεινή διατροφή: Έτσι, καθώς ο ήρωάς της επιχειρεί να διεισδύσει undercover σε μια συμμορία εχθρών της μεσογειακής διατροφής, η ίδια διαχειρίζεται και αναπλάθει ευρηματικά κάθε γωνιά της κουζίνας –απ’ το ψυγείο ως το πλυντήριο πιάτων–, οδηγώντας παράλληλα τον αναγνώστη μέσα από την εύστοχη χρήση λογοπαιγνίων αντλημένων σε μεγάλο βαθμό από την ίδια τη φύση των υλικών της κουζίνας σε αναπάντεχους νοηματικούς συνειρμούς.  

Η επιλογή της εικονογράφησης να δώσει ανθρώπινη μορφή στον Σέλοκ και στους λοιπούς χαρακτήρες των δύο βιβλίων, με ένα μόνο διακριτικό στοιχείο που παραπέμπει στην πραγματική φύση τους, με ξάφνιασε, αν και φαντάζομαι ότι υπαγορεύεται από δύο λόγους: τη διάθεση να χαράξει έναν εντελώς διακριτό δρόμο από εκείνον, π.χ., που επιλέχθηκε σε παλιότερα έργα, όπως η Φρουτοπία· και το γεγονός ότι μια προσπάθεια πιστής αποτύπωσης ενός κειμενικού κόσμου δυνάμει ανεξάντλητου σαν κι αυτόν του Σέλοκ θα λειτουργούσε αποδυναμωτικά και μάλλον θα αδικούσε το ίδιο το κείμενο.    

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Beatrice Alemagna, Το γιγάντιο πραγματάκι

Μετάφραση: Γιώργος Κουραβέλος, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2011 (από 4 ετών)






Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
 
Γ. Σεφέρης, Μυθιστόρημα 


Τι είναι αυτό το άπιαστο, φευγαλέο, απειροελάχιστο, ονειρικό, ανέλπιστο, αφανές, κάποτε τρομακτικό, άλλοτε παιχνιδιάρικο γιγάντιο πραγματάκι; Αυτό που άλλοτε κατοικεί μέσα μας κι άλλοτε κρύβεται σε μια ξένη αγκαλιά, σ’ ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα ή στην παρακάτω γωνιά; Αυτό που δεν αποκτιέται, δεν αγοράζεται, δεν κυνηγιέται, δε γίνεται κτήμα κανενός; Αυτό που άλλοτε μας ξανακάνει παιδιά, άλλοτε μας πλημμυρίζει νοσταλγία και συγκίνηση και κάποτε μας αφήνει αποκαμωμένους απ’ τη μάταιη αναζήτησή του;

Η Beatrice Alemagna σ’ αυτό το πανέμορφο εικονογραφημένο βιβλίο για όλες τις ηλικίες καταπιάνεται με τον ορισμό αυτού που αποκαλούμε ευτυχία, πετυχαίνοντας να αποτυπώσει στη συνείδηση του αναγνώστη, μικρού ή μεγάλου, αν όχι αυτό που είναι ή που δεν είναι η ευτυχία, τουλάχιστον κάτι από την αύρα της. Η Alemagna συνθέτει την ιστορία της βάζοντας δίπλα δίπλα πολλές μικροσκοπικές ψηφίδες, θαρρείς στην τύχη διαλεγμένες: Προσωπικές ιστορίες και κοινές εμπειρίες διαφορετικών ανθρώπων. Τυχαία συναπαντήματα και μάταιες αναζητήσεις. Ιστορίες απώλειας και ιστορίες ανέλπιστης χαράς. Στιγμές διεσταλμένες που ζυγίζουν όσο μια ζωή και ζωές συμπιεσμένες ώστε να χωράνε σε μετρήσιμα μεγέθη. Ένα καλειδοσκόπιο στιγμών και συναισθημάτων.

Και εικόνων. Χρωμάτων. Συνάντησα αυτές τις υπέροχες εικόνες ένα σεπτεμβριάτικο απογευματάκι σ’ έναν υπαίθριο πάγκο γεμάτο βιβλία. Τις χάζεψα μία μία, κι εκεί, μέσα σ’ ένα σαματά από πιτσιρίκια και μουσικές, με περαστικούς να με σπρώχνουν κι ένα παιδικό χεράκι να με τραβάει επίμονα, οι ζωγραφιές της Alemagna –προπαντός ένα κόκκινο τούβλινο σπίτι και το ζεστό πράσινο ενός κήπου, κάτι πολύχρωμα μπαλόνια και δυο τρία υπέροχα μοβ δέντρα, όλα σε τόσο κραυγαλέα χρωματική αντίστιξη με το συναίσθημα της απώλειας που κυριαρχούσε στο κείμενο το οποίο τα συνόδευε– φωτίστηκαν αλλιώς από τις τελευταίες ακτίνες του φθινοπωρινού ήλιου. Σ’ εκείνο το απειροελάχιστο χρονικό διάστημα που όλος ο κόσμος είχε προλάβει να χωρέσει μέσα σ’ ένα βιβλίο, ήξερα πως είχα ζήσει μια στιγμή σπάνιας αναγνωστικής –ή μπορεί και σκέτης– ευτυχίας.

Καλή χρονιά, καλά διαβάσματα!