Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου - Έφη Λαδά, Φένια, η αγαπημένη των ήχων

Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015

Η Φένια αγαπά τη μουσική. Λατρεύει το νερό. Συνομιλεί με τους ήχους. Γνωρίζει δύσκολους μυστικούς κώδικες. Τα καταφέρνει σε παιχνίδια που απαιτούν ειδικές ικανότητες. Σκαρώνει κι άλλα παιχνίδια, με ήρωες φανταστικούς σε κόσμους παραμυθένιους. Η ίδια μάλλον δεν το ξέρει αλλά η μορφή της αποπνέει ομορφιά κι αισιοδοξία. Οι πιο πολλοί το βλέπουν και το νιώθουν. Κάποιοι άλλοι, εγκλωβισμένοι στις προκαταλήψεις τους, της κάνουν τη ζωή δύσκολη. Η δασκάλα τους θα βρει τον τρόπο να τους οδηγήσει όλους στα μυστικά του τόσο διαφορετικού από τον δικό τους κόσμου της Φένιας.
Η Γιώτα Αλεξάνδρου προσεγγίζει με ευαισθησία και διακριτικότητα το θέμα της παιδικής τυφλότητας. Παίζοντας έντονα με τις αισθήσεις –αφή και ακοή στην αρχή, η όσφρηση εμφανίζεται αργότερα– αναδεικνύει τις ειδικές ικανότητες της ηρωίδας της, την ώρα που η όραση επιτρέπει στον μικρό αφηγητή της ιστορίας, του οποίου μόνο στο τέλος μαθαίνουμε την ταυτότητα, να μιλήσει για την ομορφιά της Φένιας, την πολύχρωμη, αισιόδοξη αύρα που αυτή εκπέμπει. Αν κάτι δεν επιχειρεί η συγγραφέας, είναι να διεισδύσει στο κεφάλι της Φένιας, στον τρόπο που αυτή προσλαμβάνει τον κόσμο ή στα έντονα συναισθήματα που ενδεχομένως της γεννά η απώλεια της όρασης. Ζητούμενό της είναι να προσλάβει ενσυναισθητικά ο μικρός αναγνώστης με τις δικές του δυνάμεις αυτό που συμβαίνει στην ηρωίδα της και να ευαισθητοποιηθεί ανάλογα. Κάτι που τελικά επιτυγχάνεται με τρόπο πειστικό  μέσα από το τέχνασμα της δασκάλας.
Η Έφη Λαδά συνδημιουργεί με τη συγγραφέα πλάθοντας μια λαμπερή ηρωίδα που φωτίζει τις σελίδες κι αποσύροντας αισθητά το χρώμα από τα σαλόνια εκείνα στα οποία οι συμμαθητές της Φένιας αποπειρώνται τη δική τους, τεχνητή έστω, κατάδυση στον σκοτεινό κόσμο της. Μαγική η εικόνα στην οποία παιδιά κι αντικείμενα περιστρέφονται σε ομόκεντρους κύκλους γύρω από τη Φένια, με τα πρώτα να αναζητούν στις περαστικές οσμές πυξίδα.
Ένα βιβλίο υποβλητικά συγκινητικό αλλά και εγγενώς αισιόδοξο, φτιαγμένο με ιδιαίτερη ευαισθησία από τις δυο δημιουργούς του. Και μια ηρωίδα που θα αγκαλιαστεί με αγάπη και δύσκολα θα εγκαταλείψει τη σκέψη των μικρών αναγνωστών που θα έχουν την τύχη να τη γνωρίσουν.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Εύα Κασιάρου, Μυστήριο στην αυλή

Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015

 
Ο μικρός Νάσος, ορφανός από μητέρα, βρίσκει ένα πρωί στην αυλή του σπιτιού όπου μένει με τον πατέρα του τραυματισμένο τον ταχυδρόμο της πόλης τους. Ειδοποιείται άμεσα η αστυνομία, που καλείται να διαλευκάνει μια μυστηριώδη υπόθεση στην οποία εμπλέκονται απειλητικά μηνύματα, το άγνωστο παρελθόν του ταχυδρόμου και ένα μεγαλόσωμο, επικίνδυνο πλάσμα. Σταδιακά, η αλήθεια θα αποκαλυφθεί, και μαζί μ’ αυτή η τραγωδία ενός πατέρα κι ενός γιου που αναγκάζονται να ζουν μακριά από τον κόσμο λόγω της εξωτερικής τους εμφάνισης.

Μια ιστορία μυστηρίου από την Εύα Κασιάρου, η οποία επιλέγει να αγγίξει το πολυφορεμένο θέμα των λυκανθρώπων από μια ασυνήθιστη οπτική. Καμία σχέση με τα τρομακτικά όντα που έχουμε συναντήσει σε άλλες ιστορίες. Οι λυκάνθρωποι αυτού εδώ του βιβλίου είναι άνθρωποι εξοβελισμένοι από την κοινωνία, παρεξηγημένοι και αδικημένοι εξαιτίας της ασυνήθιστης εμφάνισής τους, θύματα αβάσιμων προκαταλήψεων και δεισιδαιμονιών. Η συγγραφέας κατορθώνει να συντηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, βαδίζοντας βήμα βήμα προς τη λύση του μυστηρίου. Ίσως η επιλογή της να παραμερίσει το παιδί ήρωα Νάσο για ένα σημαντικό τμήμα του βιβλίου, δίνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στους εκπροσώπους του νόμου ξενίσει κάποιους από τους μικρούς αναγνώστες της, αν και φαντάζομαι ότι εκπορεύεται από την πρόθεσή της να χτίσει μια πειστική ιστορία.

Το Μυστήριο στην αυλή εγείρει ζητήματα διαφορετικότητας, κοινωνικού αποκλεισμού, εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον συνάνθρωπο, καθώς και του δικαιώματος στη μόρφωση και σε μια αξιοπρεπή ζωή, παρέχοντας άφθονη τροφή για προβληματισμό στους νεαρούς αναγνώστες. Η ευαίσθητη στάση του κεντρικού ήρωα Νάσου, απόρροια ενδεχομένως της δικής του απώλειας σε τρυφερή ηλικία, οδηγεί σε ένα αισιόδοξο τέλος, γεμάτο αλληλεγγύη και ανθρωπιά, που πολύ θα θέλαμε να αντικατοπτρίζει και την τρέχουσα πραγματικότητα.

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Θοδωρής Παπαϊωάννου, Απέναντι

Εικόνες: Ίρις Σαμαρτζή, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2015

 
 
Τι περιμένεις, αλήθεια, από ένα σίκουελ; Πώς το φαντάζεσαι, όταν μάλιστα πρόκειται για τη συνέχεια ενός άκρως πετυχημένου βιβλίου, όπως το Ανάποδα; Η αλήθεια είναι πως, περιμένοντας να πάρω στα χέρια μου το Απέναντι, αναρωτήθηκα τι θα έβλεπαν τα μάτια μου. Άραγε ο τίτλος είχε να κάνει, όπως και στο Ανάποδα, με ζητήματα οπτικής; Και πώς θα διαχειριζόταν αυτή τη φορά το θέμα η εικονογράφος;

Η πρώτη έκπληξη ήρθε όταν, ξεφυλλίζοντας το καινούριο βιβλίο του Θοδωρή Παπαϊωάννου, συνειδητοποίησα ότι καμία σχέση με οπτική, με το πώς δηλαδή ο φίλος μας ο Μέλιος βλέπει το αποκεί όντας αποδώ. (Κι από αυτή την άποψη ο τίτλος έκανε μια χαρά τη δουλειά του παίζοντας με τις προσδοκίες μου.) Από κει και μετά, όπως και στο Ανάποδα, έτσι κι εδώ το μικρό σκαθάρι παλεύει να κατακτήσει έναν νέο στόχο. Να περάσει από την άλλη πλευρά του δρόμου, για να συναντήσει την αιώνια αγαπημένη του Μελανή. Μια σειρά από απόπειρες, συνδεδεμένες η καθεμιά και μ’ ένα διαφορετικό μεταφορικό μέσο, θα αποβούν άκαρπες. Τη λύση θα τη δώσει με τρόπο μάλλον υπερβατικό η φύση, επιβραβεύοντας την επίμονη, έστω κι αποτυχημένη, προσπάθεια του Μέλιου.

Η δεύτερη έκπληξη ήρθε από την εικονογράφηση, εκεί που το ζουμάρισμα στη λεπτομέρεια, η μεγέθυνση του μικρόκοσμου, έδωσε τη σκυτάλη τούτη τη φορά σε ένα εντυπωσιακό παιχνίδι χρωμάτων – σε απλά ελληνικά, όλα τα χρώματα της ίριδας από την Ίριδα Σαμαρτζή.

Ανακεφαλαιώνοντας: Η επιτυχία του Απέναντι έγκειται στο ότι δεν παρασύρθηκε από τη λογική της συνταγής. Δεν ακολούθησε την άκρως επιτυχημένη πεπατημένη του μεγάλου του αδελφού, δεν επιχείρησε να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Επέλεξε μια άλλη λογική, περνώντας στους μικρούς αναγνώστες οικολογικές ανησυχίες και την πίστη στην αέναη προσπάθεια. Και φυσικά στην αγάπη, που –μη γελιόμαστε– όλα τα νικά – τουλάχιστον στα παραμύθια.

 

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Παναγιώτα Πλησή, Μα, μπαμπά, είναι χάλια!

Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός, Κέδρος, Αθήνα 2014



Η Λένα είναι παιδί χωρισμένων γονιών. Η μαμά έχει ξαναπαντρευτεί. Η Λένα κι ο αδερφός της ζουν μαζί με αυτή και τον νέο της σύζυγο. Έχουν κι αδερφάκι. Εντάσεις ανάμεσα στη μαμά και στον μπαμπά δεν υπάρχουν – τουναντίον. Κι ο νέος «μπαμπάς» είναι μια χαρά. Η Λένα είναι ένα τυχερό παιδί. Βιώνει το ιδανικό διαζύγιο. Ή μήπως όχι; Μάλλον όχι. Στη ζωή της, βλέπετε, εμφανίζεται αίφνης η «Χάλια», η νέα φίλη του μπαμπά. Και κάπου εκεί αρχίζει ο πόλεμος…

Ένα βιβλίο που επιλέγει να δει το θέμα του διαζυγίου από μια μάλλον αναπάντεχη οπτική. Τι κι αν ένας χωρισμός είναι βελούδινος; Τι κι αν δεν τον συνοδεύουν εντάσεις και σαματάδες; Η πληγή για το παιδί, η πίκρα για όλα αυτά που αισθάνεται πως έχασε όντας υποχρεωμένο να προσαρμοστεί σε μια νέα κατάσταση είναι εδώ. Η Λένα, η αφηγήτρια της ιστορίας, είναι ένα τέτοιο παιδί. Αναζητά θέση και ρόλο στη νέα οικογένεια, νοσταλγεί τη σχέση αποκλειστικότητας που είχε κάποτε με τον μπαμπά και τη μαμά, στάζει δηλητήριο για τον μικρό της αδερφό, που μοιάζει πιο συμφιλιωμένος με τη νέα πραγματικότητα, και μετατρέπει σε σάκο του μποξ τη νέα φίλη του μπαμπά, τη «Χάλια». Που ό,τι κι αν κάνει, όπως κι αν φερθεί, είναι από χέρι χαμένη. Όχι ότι φταίει σε κάτι η «Χάλια». Άλλωστε η Λένα είναι θυμωμένη με όλους και με όλα γιατί είναι η δική της ζωή που της γεννά θυμό. Είναι η απρόσμενη ανατροπή που γκρεμίζει το ειδύλλιο της παιδικής ηλικίας που αδυνατεί να χωνέψει. Ο λόγος της αιχμηρός, επιθετικά χιουμοριστικός, επιδεικτικά μικρομεγαλίστικος. Στην πραγματικότητα ένα προσωπείο, μια σκληρή γραμμή άμυνας για να κρυφτεί πίσω του η συναισθηματική σύγχυση κι ο ενδόμυχος φόβος της ότι η ίδια δε χωρά στη νέα πραγματικότητα που φτιάχνουν οι άλλοι για κείνη. Από αυτή την άποψη η Λένα συνιστά έναν ενδιαφέροντα χαρακτήρα, αντιστικτικά προς τον οποίο η συγγραφέας επιλέγει να βάλει τον αμήχανο μπαμπά και τα γραπτά μηνύματά του προς τον φίλο του, τα οποία αναπτύσσουν έναν πρωτότυπο διάλογο με τον χειμαρρώδη μονόλογο της μικρής, προωθούν ουσιαστικά την πλοκή και προβάλλουν μια άλλη εκδοχή της πραγματικότητας.

Τελικά τι γίνεται; θα μου πείτε. Ποιος νικά σ’ αυτό το ιδιότυπο μπρα ντε φερ; Η Λένα ή η «Χάλια»; Το πείσμα του κοριτσιού ή η επιθυμία δυο ανθρώπων να φτιάξουν τη ζωή τους; Δε θα σας πω. Ίσως γιατί το ζητούμενο της ιστορίας αυτής δεν είναι να αναδείξει νικητές και χαμένους, αλλά να υπογραμμίσει το αστείρευτο ταλέντο της πραγματικότητας να προσπερνά διλημματικές καταστάσεις σπάζοντας πλάκα με τα σχέδια επί χάρτου των ανθρώπων, επουλώνοντας πληγές κι ανοίγοντας νέους, ανέλπιστους δρόμους στις ζωές τους.
 
[Ειδική μνεία στη χιουμοριστική εικονογράφηση του Γιώργου Σγουρού, που συχνά συνδιαλέγεται ευχάριστα και ευρηματικά με το κείμενο.]